Όταν το έγραφα, ένιωθα πως έβαζα τα βρεγμένα μου δάχτυλα στην πρίζα, ανέφερε η συγγραφέας
Η κατεχόμενη από τον Τουρκικό στρατό εδώ και 40 χρόνια πόλη της Αμμοχώστου είναι το θέμα του νέου μυθιστορήματος, με τίτλο «Ανατολή» της διακεκριμένης συγγραφέως, Βικτώριας Χίσλοπ, το οποίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις 22 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις «Διόπτρα».
«Πολλές φορές καθώς το έγραφα (το βιβλίο) ένιωθα λες και είχα βρεγµένα δάχτυλα και τα έβαζα στην πρίζα. Ένιωθα πως είναι το ίδιο νωπό όσο ήταν και πριν 40 χρόνια. Λες και δεν πέρασε µια µέρα», δηλώνει η κ. Χίσλοπ, σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», για την διαδικασία συγγραφής του βιβλίου της.
Η Χίσλοπ αναφέρει ότι εμπνεύστηκε απ’ τα άδεια κτίρια και σημειώνει: «Και δυστυχώς δεν υπάρχουν περισσότερα άδεια κτήρια στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην Αµµόχωστο (περίκλειστη από τον Τουρκικό στρατό περιοχή της πόλης)».
Μιλώντας στον δημοσιογράφο, Πιερή Παναγή, η γνωστή συγγραφέας εξηγεί ότι είναι η πρώτη φορά που γράφει για µια πόλη, που δεν µπορούσε να δει από κοντά ή να περπατήσει στους δρόµους της. «Ταξίδεψα πολλές φορές στην Κύπρο, βρέθηκα στην Αµµόχωστο ξανά και ξανά, στάθηκα στα συρµατοπλέγµατα και είδα την πόλη, πέρασα χρόνο στην ταράτσα του γραφείου του Τουρκοκύπριου δηµάρχου της Αµµοχώστου για να έχω όσες περισσότερες εικόνες µπορούσα», είπε. Επίσης, ανέφερε ότι απορρίφθηκε από την ‘Αγκυρα αίτημα της να της επιτραπεί να μπει στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, η Βικτώρια Χίσλοπ τονίζει ότι ήθελε να καταγράψει πως «η εθνικότητά δεν κάνει κάποιον καλό ή κακό άτοµο, αλλά η ανθρωπιά». (Διαβάστε περισσότερα…)
Το αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο ήταν η σπίθα που αναζητούσε η Βικτόρια Χίσλοπ για το νέο της μυθιστόρημα. «Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων».
Για χρόνια διψούσα να γράψω για την Κύπρο, αλλά πάντα περίμενα ο άνεμος να φυσήξει την κατάλληλη σπίθα. Και έτσι κάνω σήμερα μια αναδρομή, παραμονές της επετείου εκείνων των δραματικών γεγονότων, που μου έδωσαν την έμπνευση για το νέο μου βιβλίο, «Η Ανατολή».
Επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Κύπρο το 1978, όχι πολύ καιρό μετά την εισβολή. Ηταν το καλοκαίρι πριν ξεκινήσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο και αναζητώντας την περιπέτεια απάντησα θετικά στην πρόσκληση μιας μικρής αγγελίας για ένα ταξίδι οδικώς στην Κύπρο. Εδεσα τη βαλίτσα μου στη σχάρα ενός θορυβώδους βαν και στοιβάχτηκα κι εγώ εκεί μέσα, μαζί με εννέα αγνώστους.
Αυτό το ετερόκλητο μπούγιο των ανθρώπων, στριμωγμένοι όλοι μας μέσα σε ένα φορτηγάκι που δεν είχε ούτε κλιματισμό ούτε αναρτήσεις, ταξίδεψε νύχτα και μέρα, διασχίζοντας το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, ώσπου μπήκαμε στην Τουρκία.
Οσο μπαίναμε βαθύτερα στην Ανατολία, τόσο πιο μαγευτικά γίνονταν τα τοπία. Για πρώτη φορά το μάτι μου πήρε φευγαλέα εικόνες από απέραντα λιβάδια γεμάτα ηλίανθους και γυναίκες να φορούν μπούργκα. Ηταν η πρώτη μου φορά που άκουσα μουεζίνη και, ασύγκριτα και αναμφίβολα, ήταν η πρώτη φορά που έζησα τόσο πολλή και έντονη ζέστη. Ηταν Ιούλιος, και ώσπου να φτάσουμε στη Μερσίνη, απ’ όπου επρόκειτο να πάρουμε το καράβι για να καταλήξουμε στην Κύπρο, ήμουν άρρωστη από την αφυδάτωση και την ηλίαση. Οταν φτάσαμε, δεν μας σφράγισαν τα διαβατήρια, παρά μας έδωσαν μια προσωρινή βίζα, και μας είπαν ότι αν μας έβαζαν σφραγίδα μπορεί να αποτελούσε εμπόδιο για μελλοντικές μας επισκέψεις στην Ελλάδα. Συνειδητοποίησα πόσο αφελής ήμουν να ριχτώ χωρίς σκέψη σε ένα ταξίδι με προορισμό ένα νησί, που μόλις είχε βγει από έναν πόλεμο.
Ταξιδέψαμε πολύ στο βόρειο κομμάτι του νησιού, αλλά δεν επιτρεπόταν να περάσουμε στο νότιο. Φέρνω στον νου μου πόσα κτίρια ήταν γεμάτα πληγές από σφαίρες, ενώ πολλά άλλα κείτονταν σε ερείπια. Πήγαμε στο Μπελαπάις, στο βενετσιάνικο λιμάνι στην Κηρύνεια και στην αρχαία ελληνική πόλη της Σαλαμίνας. Υπήρχε και μια πόλη που τη βλέπαμε από μακριά, αλλά δεν μας πήγαν εκεί. Φαινόταν αλώβητη, μεγάλη και μυστηριώδης. Παντού στους δρόμους έβλεπες τζιπ με επιβλητικούς Τούρκους φαντάρους, που έδιναν την αίσθηση άτακτου στρατού.
Εν τω μεταξύ, είχα πιάσει φιλίες με τον γιο του διευθυντή ενός ξενοδοχείου κι εξακολουθώ ακόμη να έχω τη φωτογραφία του. Υπήρχε μια ευδιάκριτη διαφορά ανάμεσα σε αυτό το ευγενικό παλικάρι, που ήταν Τουρκοκύπριος, και τους Τούρκους στρατιώτες.
Αμμόχωστος, το μνημείο της ερήμωσης
Πέρασαν κάμποσα χρόνια. Η έκδοση των τριών πρώτων βιβλίων μου στα ελληνικά με έφερε και στο νότιο κομμάτι του νησιού κι έκανα πολλούς Ελληνοκύπριους φίλους. Από το ξενοδοχείο όπου έμενα, στη χωρισμένη στα δύο πόλη της Λευκωσίας, έβλεπα σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων μια τεράστια τουρκική σημαία, χαραγμένη πάνω σε μια βουνοπλαγιά στα βόρεια της πόλης.
Ενα απόγευμα, βρέθηκα σε ένα δρόμο όπου είδα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αντί για στολίδια, πάνω του κρέμονταν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ανθρώπων που εξακολουθούσαν να παραμένουν αγνοούμενοι τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την εισβολή. Οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες τρεμόπαιζαν στο ελαφρύ αεράκι.
Γνώρισα πολλούς ανθρώπους που είχαν βιώσει έναν αδιανόητο πόνο, εξαιτίας του πολέμου. Εμαθα για τις σφαγές, για τον εκτοπισμό σχεδόν διακοσίων πενήντα χιλιάδων Ελληνοκυπρίων, για την εξαφάνιση περισσότερων των χιλίων πεντακοσίων ανθρώπων, για την καταστροφή εκκλησιών και χωριών.
Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι οι άνθρωποι της τουρκοκυπριακής κοινότητας είχαν και αυτοί τις δικές τους ιστορίες πόνου και δυστυχίας να διηγηθούν. Αυτήν την πλευρά δεν την είχα μάθει ούτε από τους νικητές στρατιώτες που είχα συναντήσει το 1978 ούτε από τους Ελληνοκυπρίους που είχα γνωρίσει.
Συνειδητοποίησα πως αν επρόκειτο ποτέ να γράψω ένα μυθιστόρημα για την Κύπρο, θα έπρεπε να εξετάσω την ιστορία από όλες της τις οπτικές γωνίες. Κάπως έτσι έφτασα να επισκεφθώ εκείνο το μουσείο στη Λευκωσία, με το όνομα «Μουσείο Βαρβαρότητας», και τους ομαδικούς τάφους των Τουρκοκυπρίων που σφαγιάστηκαν στη Μαράθα.
Από τη δεκαετία του ’50
Πίστευα ότι το χρονικό σημείο που ξέσπασε η κυπριακή τραγωδία ήταν η 20ή Ιουλίου, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στο νησί, αλλά στην πραγματικότητα η ιστορία ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, όταν οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονταν σε σύγκρουση ακόμη και αναμεταξύ τους, εξαιτίας του ζητήματος της ένωσης με την Ελλάδα.
Μια επίσκεψή μου, το 2012, στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο, ήταν η σπίθα που αναζητούσα. Θυμήθηκα τότε που είχα δει τη μυστηριώδη πόλη από μακριά. Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων. Τώρα ήμουν κοντά, ατένιζα τα έρημα κτίρια, κοιτούσα τα έρημα παράθυρα, ένιωθα κάτι το απόκοσμο στην πόλη, κάτι που σου προκαλούσε δέος. Ηταν σχεδόν αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι σαράντα χιλιάδες άνθρωποι είχαν φύγει και δεν τους είχε επιτραπεί ποτέ να επιστρέψουν.
Η Αμμόχωστος είναι ένα μνημείο που καταδεικνύει την τρομερή ερήμωση που άφησε πίσω της αυτή η σύγκρουση.
Δεν υπήρξαν νικητές στα γεγονότα του 1974. Ηταν μια συμφορά, για ολόκληρη την Κύπρο.
Διάβασα πράγματα που γράφτηκαν και από τις δύο πλευρές, μίλησα σε ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, και μελέτησα τις αναφορές από τα Ηνωμένα Εθνη, στην προσπάθειά μου να είμαι αντικειμενική.
Ανδρική υπόθεση
Καθώς διάβαζα γι’ αυτή τη σύγκρουση και πώς έφτασε να συμβεί, ποιος πήρε τις αποφάσεις και ποιος άνοιξε τον δρόμο, αποκόμισα την αίσθηση πως επρόκειτο για μια τελείως ανδρική υπόθεση. Οι γυναίκες έμειναν στο περιθώριο, μαζεύοντας πράγματα βιαστικά, φεύγοντας όπως όπως, ψάχνοντας για χαμένους συζύγους και γιους, θρηνώντας για ό,τι είχε χαθεί. Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες που αποτυπώνουν τον ανθρώπινο πόνο, και οι περισσότερες απ’ αυτές απεικονίζουν γυναίκες και παιδιά να ζουν ως πρόσφυγες για να γλιτώσουν από την αντάρα του πολέμου, ή να κρατούν φωτογραφίες κάποιου αγαπημένου τους που κατέληξε αγνοούμενος. Σε αυτές τις φωτογραφίες, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι Ελληνοκύπριος και ποιος Τουρκοκύπριος.
Οσον αφορά τους ανθρώπους της Κύπρου, δεν έχω γνωρίσει κανέναν που να είναι κερδισμένος. Είδαν το νησί τους, που είναι πανέμορφο, εύφορο και πλούσιο σε ιστορία, να χωρίζεται στα δύο. Ο κάθε Κύπριος έχασε και από κάτι, πολλοί απ’ αυτούς έχασαν τα πάντα. Τώρα που γράφω, συνεχίζει να υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί εντελώς, κι αυτό είναι η ελπίδα. Πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αμμόχωστος κάποια μέρα θα ξαναγίνει μια ζωντανή πόλη. Ελπίζω η υπομονή τους να ανταμειφθεί.
Η κ. Βικτόρια Χίσλοπ έχει γράψει τρία μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων. Το τέταρτο μυθιστόρημά της έχει τον τίτλο «H Ανατολή», διαδραματίζεται στην Κύπρο κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής και θα κυκλοφορήσει στις 22 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ.
VICTORIA HISLOP est une étrange auteure de best-sellers. Elle écrit par culpabilité. Parce qu’elle se sent une Occidentale privilégiée qui doit témoigner des souffrances du passé. En 2001, journaliste de tourisme, spécialisée dans les reportages ensoleillés, elle a une révélation en Grèce. Sur l’île de Spinalonga, elle apprend qu’il y avait autrefois une léproserie. « J’ai éprouvé le besoin de comprendre les drames vécus sur cette terre. » Ce sera « L’Ile des oubliés », son premier roman, livre magistral et succès international qui fera d’elle une icône en Grèce. Pour son nouveau roman, les choses se sont passées de la même manière. En reportage à Grenade, en Espagne, pour un article sur le flamenco, elle tombe en arrêt devant la statue du poète Federico Garcia Lorca, assassiné par les fascistes en 1936. « J’ai eu une illumination. Je ne pouvais pas rester une touriste britannique jouissant du soleil et insensible au passé. Il fallait que je remonte le temps. Qu’aurais-je fait à la place des Espagnols pendant la guerre civile ? » Résultat : « Une dernière danse », un roman qui mêle avec sa maestria habituelle la petite histoire – un amour impossible – et la Grande Histoire – celle des hommes -, cruelle et impitoyable. La famille Ramfrez va se déchirer pendant la guerre d’Espagne, chacun des frères prenant parti pour un camp – républicains ou fascistes -, tandis que Mercedes, leur sœur, passionnée de flamenco, est séparée de celui qu’elle aime, un guitariste gitan. L’ensemble est remarquablement mené, avec un sens du tempo, du drame, de l’empathie, qui n’appartient qu’à elle. Et comme d’habitude chez Hislop, il y a un secret familial. « A 30 ans, j’ai moi-même appris que j’avais une sœur aînée, morte avant ma naissance à l’âge de 3 ans. Mes parents me l’avaient caché ! Cela a bouleversé ma vie. » L’écrivaine a compris pourquoi elle avait toujours eu l’impression d’être un peu étrangère à l’existence, elle qui ne se sent pas du tout anglaise. Ainsi va Victoria Hislop qui tente de renouer le « fil des souvenirs » et qui ligote ses lecteurs au passage.
Οταν είχα μιλήσει για πρώτη φορά με τη Βικτόρια Χίσλοπ, τη Βρετανίδα συγγραφέα που έγινε διάσημη σε όλο τον κόσμο μέσα από το μπεστ σέλερ «Το Νησί», μου είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που έβλεπε την Ελλάδα, τους Ελληνες και την Αθήνα. Η φρέσκια ματιά της, μια φυσική περιέργεια και κυρίως η δίψα της να ανοιχθεί χωρίς προκαταλήψεις σε μια κουλτούρα που μόλις είχε αρχίσει να γνωρίζει την τροφοδοτούσαν με καταπληκτική ενέργεια και την έφερναν όλο και πιο κοντά μας.
Η Ελλάδα συνέχιζε να απασχολεί τα βιβλία της, οι επισκέψεις στην Κρήτη αλλά και στην Αθήνα πύκνωναν, ο κύκλος των φίλων μεγάλωνε, τα ελληνικά (της) βελτιώνονταν. Και όπως αποκάλυψε στην τελευταία της συνέντευξη στην «Κ» και στη Μαριαλένα Σπυροπούλου, νοίκιασε πρόσφατα διαμέρισμα στην πλατεία Αμερικής: «Ερχομαι στην Αθήνα σχεδόν κάθε μήνα, για επαγγελματικές υποχρεώσεις, αλλά και για να συναντήσω φίλους. Αισθάνθηκα την ανάγκη, λοιπόν, να φύγω από τα ξενοδοχεία όπου διέμενα. Γιατί μένοντας σε ξενοδοχείο, δεν γίνεσαι ποτέ μέρος της πόλης. Το διαμέρισμα βρίσκεται πολύ κοντά στη Βάσω (σ.σ.: η Βάσω Σωτηρίου είναι η μάνατζέρ της), εκεί κοντά στην πλατεία Αμερικής. Είναι πολύ ζωντανό και μου αρέσει αυτό το κομμάτι της Αθήνας. Αναζητώ, άλλωστε, να γράψω για την Αθήνα, γιατί είναι πηγή έμπνευσης αυτή η πόλη. Μένοντας, λοιπόν, σε διαμέρισμα, σκέφτηκα ότι θα ζήσω την πόλη από μέσα. Ηδη ήρθα σε επαφή με την ελληνική γραφειοκρατία, βάζοντας ρεύμα στο σπίτι…».
Κάπως έτσι η Βικτόρια Χίσλοπ έγινε μισή… Ελληνίδα και μισή «Αθηναία». Και κάπως έτσι θα βρεθεί απόψε στις 9 στον ωραίο κήπο και στο ωραίο καφέ του Νομισματικού Κήπου για να μιλήσει με τον δημοσιογράφο της «Κ» Νίκο Βατόπουλο για τη νέα της πόλη, την Αθήνα. Πρόκειται για μια εκδήλωση της διαδικτυακής ομάδας «Κάθε Σάββατο στην Αθήνα», που ίδρυσε πριν από δυόμισι χρόνια ο Νίκος Βατόπουλος, και της Βάσως Σωτηρίου.
Μέσα από τη χαλαρή συζήτηση σε ένα ιδανικά αθηναϊκό περιβάλλον, η Βικτόρια Χίσλοπ θα ξετυλίξει το νήμα της σχέσης της με την Αθήνα, θα θυμηθεί τις πρώτες εικόνες, θα μιλήσει για τα πολλά πρόσωπα μιας πόλης που την τράβηξε με πολλούς, διαφορετικούς και αντιφατικούς, συχνά, τρόπους.
Η κουβέντα θα γίνει, κυρίως, στα αγγλικά, χωρίς να λείπουν πάντως και τα ελληνικά, η καινούργια γλώσσα στη ζωή της Βικτόρια Χίσλοπ.
Η Βρετανίδα συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ είναι πλέον κάτοικος Αθήνας. Από τότε που τη γνώρισα –μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο «Το Νησί», από τις εκδόσεις Διόπτρα– αναζητούσε με πάθος τη σχέση της με την Ελλάδα. Θυμάμαι και τότε, που μου εκμυστηρευόταν ότι ευχόταν να έχει ελληνική ρίζα. Σήμερα, έχει κατορθώσει όχι μόνο να αγαπηθεί για το συγγραφικό της έργο, αλλά και να μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα στο Kent όπου ζει με την οικογένειά της, την Κρήτη όπου περνάει τις διακοπές της και πλέον τα Πατήσια, όπου νοικιάζει το νέο διαμέρισμά της.
Αθήνα – Λονδίνο κάτι σαν Πατήσια – Παγκράτι, σκέφτομαι ότι είναι πλέον γι’ αυτήν η απόσταση, προσπαθώντας να τη συναντήσω για να μιλήσουμε για τη δική της Αθήνα. Η αφορμή μας δόθηκε από την πρόσκληση που της έγινε από τον Νίκο Βατόπουλο και τη Βάσω Σωτηρίου, για να μιλήσει στο Νομισματικό Μουσείο στις 13 Ιουνίου με θέμα «Η ομορφιά της Αθήνας».
Νέο βιβλίο, νέα μετακόμιση
Σε τι φάση βρίσκεται η συγγραφέας, αναρωτιέμαι. «Τελειώνω το νέο μου βιβλίο αυτόν τον καιρό. Πρέπει να το παραδώσω στον εκδότη μου μέχρι τον Σεπτέμβριο. Το θέμα είναι η εισβολή στην Κύπρο το 1974. Παράλληλα, μόλις νοίκιασα ένα διαμέρισμα στην Αθήνα».
Στην ερώτησή μου γιατί επέλεξε να φτιάξει νέα στέγη στην Αθήνα, εκείνη είναι ξεκάθαρη: «Ερχομαι στην Αθήνα σχεδόν κάθε μήνα, για επαγγελματικές υποχρεώσεις αλλά και για να συναντήσω φίλους. Αισθάνθηκα την ανάγκη, λοιπόν, να φύγω από τα ξενοδοχεία όπου διέμενα. Γιατί μένοντας σε ξενοδοχείο δεν γίνεσαι ποτέ μέρος της πόλης. Το διαμέρισμα βρίσκεται πολύ κοντά στη Βάσω (σ.σ.: η Βάσω Σωτηρίου είναι η μάνατζέρ της), εκεί κοντά στην πλατεία Αμερικής. Είναι πολύ ζωντανό και μου αρέσει αυτό το κομμάτι της Αθήνας. Αναζητώ, άλλωστε, να γράψω για την Αθήνα, γιατί είναι πηγή έμπνευσης αυτή η πόλη. Μένοντας, λοιπόν, σε διαμέρισμα σκέφτηκα ότι θα ζήσω την πόλη από μέσα. Ηδη ήρθα σε επαφή με την ελληνική γραφειοκρατία, βάζοντας ρεύμα στο σπίτι…».
Της ζήτησα να μου περιγράψει τις συνήθειές της στην Αθήνα: «Η δική μου Αθήνα είναι οι άνθρωποι. Οταν είχαμε τα γυρίσματα του “Νησιού”, έκανα αρκετούς ξεχωριστούς φίλους και όλοι μένουν στην Αθήνα. Ερχομαι, λοιπόν, για να τους συναντήσω. Κι επειδή σχεδόν όλοι έχουν σχέση με το θέατρο, μαθαίνω μέσα από αυτούς τις θεατρικές σκηνές της πόλης. Αναζητώ πάντα να δω ένα έργο. Με το θέατρο εξασκώ και τα ελληνικά μου. Επίσης, λατρεύω την ελληνική μουσική. Εκεί έχουμε μερικά προβλήματα με τους Αθηναίους φίλους μου, γιατί δεν συμφωνούμε στα γούστα. Εγώ τους τραβάω σε όλες τις συναυλίες του Ρέμου. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχω δει την Αννα Βίσση και αυτό θα είναι πολύ σπουδαία εμπειρία. Οι φίλοι μου λένε ότι είμαι πολύ ποπ, αλλά αυτό μου συμβαίνει όταν είμαι στην Αθήνα. Βέβαια, κάθε φορά που τους πάω, περνάνε υπέροχα».
Η ελληνική κουζίνα
Και η σχέση της με το φαγητό; Μου λέει στα ελληνικά για το πόσο της αρέσουν τα φασολάκια και τα διάφορα τυριά. «Παχαίνω στην Ελλάδα. Λατρεύω το λάδι σας. Ευτυχώς, ξαναγυρίζω στην Αγγλία και αδυνατίζω. Για να γνωρίσεις την Ελλάδα, πρέπει έτσι και αλλιώς σαν χαρακτήρας να είσαι ανοικτός. Δεν είναι εύκολη χώρα για έναν ξένο. Για παράδειγμα, αυτή η χώρα σε μαθαίνει να είσαι υπομονετικός. Δεν έρχονται τα πράγματα όπως τα προγραμματίζεις, έχουν άλλους ρυθμούς. Οι φίλοι που έχω στην Αγγλία δεν έχουν την ίδια άποψη. Αλλοι χάθηκαν, άλλους τους κορόιδεψαν, είναι εύκολο να την παρεξηγήσεις και να της γυρίσεις την πλάτη. Εγώ ανακάλυψα εδώ το περπάτημα. Ετσι βρίσκεις και τις γειτονιές. Βλέπεις πράγματα που δεν θα μπορούσες να ανακαλύψεις. Αυτό είναι το μυστικό στην Αθήνα. Να μην παίρνεις ταξί». Εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τους ταξιτζήδες. «Είναι οι Ελληνες που συμπαθώ λιγότερο».
Είναι εύλογο να ρωτήσει κανείς πώς τα καταφέρνει: «Εχω πολλή ενέργεια. Ξυπνάω στις 7 το πρωί κάθε μέρα. Αξιοποιώ κάθε ώρα της ημέρας. Πρέπει μέσα σου να λες τι θέλεις να κάνεις, να μη βάζεις τον εαυτό σου σε δεύτερη μοίρα. Ξέρω πολλές γυναίκες που νομίζουν ότι η δουλειά του άνδρα τους είναι πιο σημαντική. Δεν βλέπω κανένα λόγο να το κάνω αυτό. Οταν μεγάλωσαν τα παιδιά, τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο εύκολα για μένα».
Ναι στη θάλασσα, όχι στο κάπνισμα
Ζητάμε από τη συγγραφέα να μας ονομάσει ένα ελληνικό στοιχείο που αγαπάει και άλλο ένα που την ενοχλεί. Ιδού η απάντησή της:
«Η ελληνική θάλασσα δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Εχω μια φωτογραφία στον υπολογιστή μου και κάθε πρωί με αυτή τη φωτογραφία αρχίζω την ημέρα μου. Αυτό που με ενοχλεί, εκτός από τους ταξιτζήδες που χαλάνε την εικόνα σας, είναι το κάπνισμα. Μόλις έρχομαι στην Ελλάδα, βήχω αντανακλαστικά. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μολύνετε τους πνεύμονές σας με κάτι τόσο δηλητηριώδες».
H Victoria Hislop, καλεσμένη του Νίκου Βατόπουλου και της Ομάδας του «Κάθε Σάββατο στην Αθήνα» και της Βάσως Σωτηρίου, θα μιλήσει στο Καφέ του Νομισματικού Μουσείου, την Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014, και ώρα 21.00, με θέμα «Η ομορφιά της Αθήνας».
Δύο ντοκιμαντέρ για το παλιό ελληνικό σινεμά, «Δουλειές με φούντες» και «Από τις αυλές στα σαλόνια», «ταξίδεψαν» στη βρετανική πρωτεύουσα
Τα ντοκιμαντέρ που μιλούν για τον χρυσό ελληνικό κινηματογράφο, οι «Δουλειές με φούντες» του Παναγιώτη Κουντουρά και το φιλμ «Από τις αυλές στα σαλόνια» της Διονυσίας Αρβανίτου προβλήθηκαν το Σαββατοκύριακο (15 και 16 Φεβρουαρίου) στο Ελληνικό Κέντρο (Hellenic Centre) στο Λονδίνο. Ελληνες και Ελληνοκύπριοι που ζουν στη βρετανική πρωτεύουσα, αλλά και η γνωστή συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ, ήταν μεταξύ του πολυπληθούς κοινού των δύο προβολών, την επιμέλεια των οποίων είχε η κριτικός κινηματογράφου Ειρήνη Νικοπούλου. Μέσα από τα ντοκιμαντέρ- τα οποία βασίζονται στα ομότιτλα βιβλία της ιστορικού κινηματογράφου Αγγελικής Μυλωνάκη, σκιαγραφείται η κινηματογραφική ιστορία της επιχειρηματικότητας στη μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά και ο αστικός χαρακτήρας του ελληνικού κινηματογράφου. Δουλειές με φούντες Επιχειρήσεις σε κίνδυνο, «λουκέτα» καταστημάτων, πτωχεύσεις, χρεοκοπίες, τυχοδιωκτισμός, παραοικονομία… Ελληνικές ταινίες του ’50 και του ’60, συγκεντρώνονται στο φιλμ και περιγράφουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της κρίσης. Μέσα από χαρακτηριστικές σκηνές και ατάκες και φιγούρες που «σημάδεψαν» το σινεμά της εποχής -από τον… κουτοπόνηρο μπακαλόγατο Ζήκο του Κώστα Χατζηχρήστου μέχρι τον παντοδύναμο εφοπλιστή Φωκά του Λάμπρου Κωνσταντάρα- η ταινία, μια παραγωγή της Πολιτιστικής Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος, «αποκαλύπτει» το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα. Το ντοκιμαντέρ που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της κ. Μυλωνάκη «Δουλειές με φούντες: Η ιστορία της επιχειρηματικότητας στον ελληνικό κινηματογράφο (1960-1970)»(Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος, 2008), την έκδοση του οποίου και συνοδεύει. Από τις αυλές στα σαλόνια Μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες «ξαναζωντανεύουν» χώροι με μνήμες και ιστορία -τα γραφικά στενά της Πλάκας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλλα, το Μοναστηράκι κ.ά- αποτυπώνοντας τη μεταπολεμική πόλη, που μεταμορφώνεται βιαστικά σε σύγχρονη και απρόσωπη μητρόπολη. Στο ντοκιμαντέρ «Από τις αυλές στα σαλόνια» που βασίζεται και πάλι στο ομώνυμο βιβλίο της Αγγελικής Μυλωνάκη «Από τις αυλές στα σαλόνια: Εικόνες του αστικού χώρου στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο (1950-1970)» (Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2012), καταγράφεται η σταδιακή μετατόπιση του κινηματογραφικού φακού από την παλιά Αθήνα, στο μοντέρνο διαμέρισμα. Από τις γειτονιές και τις αλάνες του αθηναϊκού κέντρου στην αφιλόξενη Αθήνα της εσωτερικής μετανάστευσης, στην άναρχη πόλη της αντιπαροχής και της ανοικοδόμησης, στο μοντέρνο, αλλά ασφυκτικό διαμέρισμα της μεταπολεμικής πολυκατοικίας… Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου (Λευκωσία, 2012), ενώ συμμετείχε και στην Αγορά του 15ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2013).
We use cookies on our website to give you the most relevant experience by remembering your preferences and repeat visits. By clicking “Accept All”, you consent to the use of ALL the cookies. However, you may visit "Cookie Settings" to provide a controlled consent.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.