Η συγγραφέας του «Νησιού» Βικτόρια Χίσλοπ άφησε λίγο την Αγγλία, με αφορμή την πρεμιέρα της Αλκηστης Πρωτοψάλτη και της Ελευθερίας Αρβανιτάκη στο Diogenis Studio το βράδυ της Παρασκευής. Εχοντας συνδεθεί άρρηκτα με τους συμπατριώτες μας λόγω της μεταφοράς του best seller βιβλίου της στην ελληνική τηλεόραση, η Χίσλοπ ήρθε σε επαφή με τη μουσική της πατρίδας μας κι έγινε φανατική ακροάτρια των δύο συγκεκριμένων τραγουδιστριών, αλλά και πολλών ακόμη.
Μάλιστα τον πρώτο καιρό που τύχαινε να βρεθεί σε συναυλίες τους, η δημοφιλής συγγραφέας ζητούσε από τους Ελληνες φίλους της να της μεταφράζουν τα λόγια των τραγουδιών. Στην πορεία βέβαια άρχισε να τα καταλαβαίνει, αφού τα ελληνικά της βελτιώθηκαν αισθητά λόγω της πολύμηνης παραμονής της στη χώρα μας για τα γυρίσματα του «Νησιού».
Και μετά το δημοφιλές σίριαλ όμως η Βικτόρια συνέχισε τα ταξίδια της στην Ελλάδα, μαθαίνοντας συνεχώς όλο και περισσότερα τραγούδια της Ελευθερίας και της Αλκηστης, τα οποία είχε την ευκαιρία να ακούσει ζωντανά στην πρεμιέρα τους, όπου βρέθηκε με φιλική της παρέα. Να σημειωθεί πως η Πρωταψάλτη και η Αρβανιτάκη συναντήθηκαν και πάλι καλλιτεχνικά έπειτα από 25 χρόνια, δηλώνοντας αμφότερες πολύ ευτυχισμένες γι’ αυτό. Οι δύο τραγουδίστριες βρίσκονται μαζί επί σκηνής επί τρεισήμισι ώρες ερμηνεύοντας κομμάτια από το ρεπερτόριό τους και όμορφα ντουέτα που επιμελήθηκε ο Σταμάτης Κραουνάκης.
Η κυρία Ολγα Κεφαλογιάννη πρέπει να πάει επειγόντως σινεμά. Να δει την ταινία «La Grande Bellezza» του Πάολο Σορεντίνο η οποία είναι υποψήφια για το βραβείο ξενόγλωσσου φιλμ σταΟσκαρ. Είναι μια ταινία που δημιουργεί αυτόματα την επιθυμία: «να κλείσω εισιτήρια για Ρώμη, τώρα αμέσως». Ακολουθεί τα βήματα ενός ηλικιωμένου κατοίκου της αιώνιας πόλης, κοσμικού δημοσιογράφου και συγγραφέα. Η αφήγηση ξεκινά με το πάρτι των γενεθλίων του, τη μέρα που κλείνει τα 65. Ο Τζεπ Γκαμπαρντέλα κοιμάται πάντα τα ξημερώματα καθώς η ζωή του είναι μια αδιάκοπη τρέλα, με ποτά, γυναίκες, δείπνα, συζητήσεις περί τεχνών_ όλα με απόλυτη φινέτσα.
Η ιδέα της έμμεσης διαφήμισης μιας χώρας δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Γίνεται ας πούμε και στη λογοτεχνία: οι φορείς προσκαλούν διασημότητες, τους αναλαμβάνουν για μακρύ χρονικό διάστημα, με την προσδοκία να καταγραφεί με ελκυστικό τρόπο το τοπίο. Το έκαναν με τον καλύτερο τρόπο ο Λουί ντε Μπερνιέρ για την Κεφαλονιά και η Βικτόρια Χίσλοπ για τη θεωρούμενη αποκρουστική Σπιναλόγκα. Μόνοι τους πήραν την πρωτοβουλία να τοποθετήσουν τις ιστορίες τους σε ελληνικό πλαίσιο, δεν τους παρακίνησε κανείς αλλά σίγουρα υπήρξαν οφέλη για τον τουρισμό. Δεν βλέπουμε όμως καμία πρόθεση να οργανωθεί κάτι ως «πολιτισμική προβολή». Μπορούμε βεβαίως να αναρωτηθούμε εάν η υπουργός Τουρισμού έχει την απαραίτητη συγκρότηση για να προωθήσει τέτοιες δράσεις.
Να θυμηθούμε τι προτίμησε η Ολγα Κεφαλογιάννη. Προκειμένου να διαφημίσει την Ελλάδα έκανε τα γυρίσματα ενός flash mod στο Σάουθ Μπανκ του Λονδίνου. Ακατανόητο. Αντί να δείξει Αιγαίο, έδειξε Τάμεση. Κράτησε βεβαίως και μερικά δευτερόλεπτα για τον εαυτό της. Υπάρχει πλάνο που τη δείχνει να τραβά φωτογραφίες με το κινητό της τους έλληνες χορευτές που διασκεδάζουν στο Λονδίνο. Αυτό δεν μας πειράζει και μάλιστα καταθέτουμε πρόταση: σε κάθε κινηματογραφική ταινία που θα χρηματοδοτείται από τουριστικά κονδύλια, να κάνει πέρασμα η υπουργός. Θα το κάνει με τον τρόπο του Αλφρεντ Χίτσκοκ που εμφανιζόταν στις ταινίες του ως κομπάρσος.
Υπάρχει πρόχειρη απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν χρηματοδοτείται η τέχνη από κονδύλια του υπουργείου Τουρισμού». Η απάντηση δεν σχετίζεται με τις αποστάσεις που οφείλει να κρατά η τέχνη από το κράτος. Είναι πολύ πιο απλό. Δεν υπάρχει χρήμα. Ο προϋπολογισμός του ΕΟΤ για το 2013 κινήθηκε στα 11 εκατατομύρια ευρώ ενώ το 2012 ήταν 16. Τα κονδύλια που προβλέπονταν από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα περιορίστηκαν σε 10 εκατ. από 15. Η εξοικονόμηση των 4 από αυτά προήλθαν από «μη ανταποδοτικά έξοδα μάρκετινγκ».
Μας πιάνει πίκρα αν ανατρέξουμε στα χρήματα που πετάχτηκαν στο παρελθόν για το τίποτε. Μόνο ένα νούμερο θα πούμε, για να ξέρουμε πού κινούμαστε: από το 2006 ως το 2009 ο ΕΟΤ έκανε χρέη 128 εκατομμύρια, για διαφημιστικές δαπάνες. Τόσα χρέη και ούτε μια μικρού μήκους της προκοπής ούτε ένα τρέιλερ αντάξιο μιας ταινίας επιπέδου «La Grande Bellezza». Κρίμα είναι γιατί αν μη τι άλλο, τοπία υπάρχουν.
Katerina Vrana is the funniest woman in London – she is Greek and bringing her sell-out show to Athens for a few days. Do, do go! Victoria
The details:
PEOPLE OF ATHENS!!
I’m bringing my Edinburgh solo show Katerina Vrana:”FETA WITH THE QUEEN”
to Athens for 3 nights ONLY! The show will be in English.
It’s about my adventures as a Greek abroad.
It’s about my identity, my love of stereotypes and people;s perceptions of both.
And it’s about delusions of grandeur.
Mainly mine.
FRI 1 Nov – 21.30
SAT 2 Nov – 21.30
SUN 3 Nov – 19.00
FETA WITH THE QUEEN
5 star reviews in Edinburgh
On CCN’s list of Female Comedians To Watch at the Fringe
“she clearly has inexhaustible material and an abundance of personality to continue filling rooms for years to come. Definitely one to watch.”
– ***** Broadway Baby
“Nothing poor about this Greek’s performance”
– ***** Three Weeks
“At this year’s Fringe I went to 55 shows. This was the best show that I went to. …Really loved it.”
– GH audience review
“I’ve just got home after 10 days at the Fringe and “Feta with the Queen” is my best memory! The show cracked me up, I absolutely loved it!”
– HT audience review
Μια ημέρα «γεμάτη» Ελλάδα έζησαν όλοι όσοι βρέθηκαν στο πολιτιστικό κέντρο Southbank στην καρδιά του Λονδίνου. Μέσα από την ποίηση, τη λογοτεχνία, τη μουσική, το θέατρο, αλλά και το χιούμορ, το βρετανικό κοινό είχε τη δυνατότητα να δει μια άλλη προσέγγιση της σύγχρονης Ελλάδας. Αυτής του πολιτισμού. Της δημιουργίας. Της ελπίδας ότι οι άνθρωποί της έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τα κακώς κείμενα. Φυσικά, από μια τέτοια μέρα, γεμάτη ερεθίσματα, δεν θα μπορούσε να λείπει και μια σε βάθος συζήτηση για την οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα.
«Greece is the Word», «Ελλάδα είναι η Λέξη», ο τίτλος της εκδήλωσης ή μάλλον των εκδηλώσεων, καθώς το πρόγραμμα ήταν χωρισμένο σε τρεις ενότητες.
Η ιστορικός Μπέθανι Χιουζ, που εδώ και πολλά χρόνια με τα ντοκιμαντέρ της μέσω του BBC, του History Channel και του Channel 4 έχει γοητεύσει του Βρετανούς με τις ιστορίες από την Αρχαία Ελλάδα, άνοιξε τις εκδηλώσεις μιλώντας για την Ελένη της Τροίας και τη συγγένεια των αρχαίων Ελλήνων με το σήμερα.
Τη σκυτάλη πήρε η πασίγνωστη συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ, που έχει γίνει γνωστή στην Ελλάδα από την τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου της «Το Νησί». Η κ. Χίσλοπ παρουσίασε τρεις διακεκριμένους σύγχρονους Έλληνες ποιητές. Την Κατερίνα Ηλιοπούλου, τον Διονύση Καψάλη και τον Βασίλη Αμανατίδη. Και οι τρεις τους απήγγειλαν έργα τους στα ελληνικά και τα αγγλικά.
Στη συνέχεια οι λογοτέχνες Ιωάννα Καρυστιάνη και Αλέξης Σταμάτης μαζί με τον μεταφραστή και καθηγητή λογοτεχνίας Ντέιβιντ Κόνολι, ο οποίος έχει μεταφράσει βιβλία Ελλήνων συγγραφέων στα αγγλικά, συζήτησαν για την ελληνική λογοτεχνία. Για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες συγγραφείς. Για το πλήγμα που έχουν δεχθεί από την απόφαση για κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Παράλληλα, έγινε μια σύντομη σύγκριση με τους Βρετανούς συναδέλφους τους, οι οποίοι εκτός των άλλων εκπροσωπούνται από λογοτεχνικούς πράκτορες που προωθούν τα βιβλία τους σε όλο τον κόσμο. Έτσι, διαπιστώθηκε η ανάγκη να γίνονται περισσότερες μεταφράσεις Ελλήνων συγγραφέων σε άλλες γλώσσες. Επιπλέον, όλοι όσοι συμμετείχαν στη συζήτηση συμφώνησαν ότι, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς, η νέα γενιά λογοτεχνών έχει αξιόλογους καλλιτέχνες που πρέπει να στηριχθούν περισσότερο από το κράτος. Τη συζήτηση διεύθυνε η Βικτόρια Χίσλοπ.
Η δεύτερη εκδήλωση ήταν μια συζήτηση στην οποία συμμετείχαν η Ελληνοβρετανίδα δημοσιογράφος, συνεργάτης της εφημερίδας Guardian και ανταποκρίτρια του αμερικανικού περιοδικού «The Nation», Μαρία Μαργαρώνη, η δημοσιογράφος και μπλόγκερ Θεοδώρα Οικονομίδη και ο καθηγητής στρατηγικής και επιχειρηματικότητας στο London Business School, Μιχάλης Ιακωβίδης. Τη συζήτηση, με θέμα την κρίση και τον ρόλο των ΜΜΕ, συντόνιζε ο ανταποκριτής του BBC στην Ελλάδα, Πολ Μέισον. Οι συμμετέχοντες στο πάνελ συμφώνησαν ότι η εικόνα που έχει παρουσιαστεί για την Ελλάδα και τους Έλληνες στο εξωτερικό, εξαιτίας της κρίσης, δεν είναι η πραγματική. «Κατέστησαν την Ελλάδα τον αποδιοπομπαίο τράγο της Ευρώπης. Πράγμα που είναι εξαιρετικά υποτιμητικό για τους ‘Έλληνες» είπε, χαρακτηριστικά, η κ. Μαργαρώνη. Και όπως υπογράμμισε η κ. Οικονομίδη, σε αυτά τα στερεότυπα στηρίχθηκαν όχι μόνο τα μέσα ενημέρωσης αλλά και οι Ευρωπαίοι πολιτικοί για να εφαρμόσουν τα σκληρά μέτρα λιτότητας στη χώρα.
Η κ. Μαργαρώνη επισήμανε επίσης, ότι καλλιεργήθηκε ένας μύθος πως «αν καταρρεύσει η Ελλάδα, θα παρασύρει όλη την ευρωζώνη». Με τη σειρά του, ο κ. Ιακωβίδης τόνισε πως στη χώρα δημιουργήθηκε ένα οικονομικό σύστημα που δεν ήταν βιώσιμο. Επιπλέον, όπως τόνισε, η διεθνής κοινότητα δεν ήταν έτοιμη να λύσει τέτοια φύσης προβλήματα. Γι’ αυτό, «οι ηγέτες της δεν ήξεραν πώς να τα αντιμετωπίσουν» επισήμανε ο κ. Ιακωβίδης. Δεν παρέλειψε, παρόλα αυτά, να τονίσει ότι «η λύση που δόθηκε ήταν εξαιρετικά επώδυνη για την Ελλάδα».
Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα για την χώρα, αν οι Έλληνες πολιτικοί από την αρχή έπαιρναν δραστικά μέτρα για μεταρρυθμίσεις και το πρόβλημα θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως ευρωπαϊκό και όχι ως ελληνικό, είπαν οι συνομιλητές, ενώ παραδέχθηκαν ότι «δεν υπήρχε η απαραίτητη αλληλεγγύη από την Ευρώπη για τη χώρα». «Ο φασισμός βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και αυτό είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα» είπε η κ. Οικονομίδη, τονίζοντας πως πάνω από όλα η κρίση είναι πολιτική.
Σύμφωνα με την κ. Μαργαρώνη, καταλυτική ημερομηνία για την αρχή της κρίσης ήταν η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. «Μετά, ο έξω κόσμος άρχισε να βλέπει ότι κάτι πηγαίνει στραβά στην Ελλάδα, ακολούθησαν οι υποβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης και τα υπόλοιπα είναι γνωστά» είπε η Ελληνοβρετανίδα δημοσιογράφος.
Από τις εκδηλώσεις δεν θα μπορούσε να λείπει η ηθοποιός Κατερινά Βρανά, που τα τελευταία χρόνια διαπρέπει με τις παραστάσεις της όχι μόνο στη Βρετανία αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Η κ. Βρανά άνοιξε την ενότητα της τρίτης εκδήλωσης. Η αστείρευτη stand up κωμικός παρουσίασε «το Καμπαρέ της κρίσης της Κατερίνας» κάνοντας όλους να κλάψουν από τα γέλια, ακόμη και το δύσκολο βρετανικό κοινό.
Ακολούθησε ελληνική παραδοσιακή μουσική από το συγκρότημα «Μου Σου Του» και τον Παύλο Μελλά, ανάγνωση ποιημάτων των Σεφέρη, Καβάφη, Ελύτη, ένα μονόπρακτο του Αλέξη Σταμάτη με τίτλο «Interview», στο οποίο έπαιζαν ο Νίκος Πουρσανίδης και η Εύα Σιμάτου. Καθώς επίσης και η σχεδίαση φιγούρων με ελληνικά θέματα από τον Γάλλο Νταβίντ Προυντόμ, υπό τους ήχους του ρεμπέτικου. Επίσης, προβλήθηκαν αποσπάσματα από τέσσερα ντοκιμαντέρ με θέμα τα προβλήματα της σύγχρονης Ελλάδας.
Η εκδήλωση τελείωσε με ελληνική μουσική και χορό που έσερναν ο Πολ Μέισον, η Βικτόρια Χίσλοπ, η Μαρία Μαργαρώνη, η Κατερίνα Βρανά, ο Νίκος Πουρσανίδης και άλλοι. Και όπως μας θύμισε ο Ντέιβιντ Κόνολι, ο πολυβραβευμένος μεταφραστής ελληνικών βιβλίων στα αγγλικά, όταν πήρε τον λόγο, «η Ελλάδα έχει δώσει δύο φορές τα φώτα της στην ανθρωπότητα. Μία στην αρχαιότητα και μία στην αναγέννηση. Εύχομαι τώρα να τριτώσει το καλό» ευχήθηκε με τον δικό του, μοναδικό τρόπο.
το 1823 ο λόρδος Βύρωνας επέστρεφε στην Ελλάδα προκειμένου να ενισχύσει με διάφορους τρόπους τον αγώνα ίων Ελλήνων ενάντια στα δεινά της εποχής. Αντίθετα με άλλους φιλέλληνες, οι οποίοι είχαν την εντύπωση πως σ’ αυτό τον τόπο κατοικούν άξιοι απόγονοι του Ομήρου και του Περικλή, ο Μπάιρον ήταν ένας από τους ελάχιστους ξένους φίλους μας με πλήρη επίγνωσπ της ελληνικής παθογένειας. Ο περίφημος Βρετανός φιλέλληνας αγάπησε τους ανθρώπους αυτού του τόπου γι αυτό που είναι στ’ αλήθεια, όχι γι’ αυτό που ήταν κάποτε ή γι’ αυτό που όφειλαν να είναι. Να λοιπόν γιατί αιώνες μετά μια συμπατριώτισσα του, η συγγραφέας και δημοσιογράφος Βικτόρια Χίσλοπ. θεωρείται χωρίς δεύτερη σκέψη η καλύτερη σύγχρονη συνέχεια του λόρδου Βύρωνα. Το γεγονός μάλιστα ότι πρόκειται για μια «εξωτερική βοήθεια» με την οποία δεν έχουμε καμία άμεση οικονομική συναλλαγή την κάνει ακόμα πιο αληθινή και ανιδιοτελή φίλη μας ο λόρδος είχε δώσει και μερικά έντοκα δανειάκια στον Μαυροκορδάτο.
«Θα έλεγα ότι οι περισσότεροι Έλληνες φίλοι μου δουλεύουν πολύ πιο σκληρά από τους Βρετανούς φίλους μου και με πολύ μικρότερες αμοιβές» είπε πρόσφατα όταν ζητήθηκε η γνώμη της σχετικά με το αν είμαστε όντως ένας κακομαθημένος και ανεπρόκοπος λαός.Όσο για την ταμπέλα «κακοπληρωτές», η Χίσλοπ επιβεβαιώνει πως εκείνη έχει να μιλήσει μόνο για ανθρώπους οι οποίοι «σκοτώνονται» φωναχτά στις παρέες για το ποιος θα πρωτοπληρώσει. Και συνεχίζει λέγοντας ότι όσοι μας χαρακτηρίζουν τεμπέληδες απλά μας ζηλεύουν για τον καιρό μας. «Κι εμείς θα ήμασταν εξίσου τεμπέληδες αν είχαμε πανέμορφα θερμά καλοκαίρια και καταγάλανες παραλίες» λέει. Τηβηκδ, νΐοτοηπ.
Η Βικτόρια Χάμσον γεννήθηκε στο Κεντ το 1959, μεγάλωσε στο Τόνμπριτζ, σπούδασε στην Οξφόρδη και εργάστηκε για μια εικοσαετία ως δημοσιογράφος. Στα τέλη του ’80 παντρεύτηκε τον εκδότη Ίαν Χίσλοπ και απέκτησε μαζί του την ‘Εμιλι και τον Ουίλιαμ.Ήταν αμέσως μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού, όταν αποφάσισε πως οι δημόσιες σχέσεις και η δημοσιογραφία της καρέκλας δεν είχαν να της προσφέρουν κάτι άλλο. Κάπως έτσι άρχισε να ταξιδεύει
σε όλο τον κόσμο ως ταξιδιωτική ρεπόρτερ. Το 2005 ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο, μια ανθρώπινη ιστορία για ένα καταραμένο κομμάτι γης, τη Σπιναλόγκα.
Το Νησί κατατάσσεται πλέον στα 100 βιβλία που καθόρισαν τη δεκαετία. Η επιτυχία του έκανε τους παραγωγούς του Χόλιγουντ να της ζητήσουν τα δικαιώματα για τη δημιουργία μιας ταινίας. Παρά την παχυλή αναμενόμενη αμοιβή, η Χίσλοπ αρνήθηκε γιατί φοβήθηκε πως οι Αμερικανοί θα μετέτρεπαν την ιστορία της σε ταινία τρόμου. Και επειδή η Χίσλοπ εμπιστεύεται τους Έλληνες, παραχώρησε τα δικαιώματα σε έναν εγχώριο τηλεοπτικό σταθμό.
Δεν είναι ότι έχει μια ωραιοποιημένη εικόνα για μας. Μια χαρά αναγνωρίζει και τα χούγια και τα στραβά μας. Δείχνει όμως κατανόηση, δικαιολογεί, γιατί έχει ψάξει την πηγή των δεινών. Πιστεύει ότι ο Έλληνας είναι μια σκληρή ταυτότητα. «Ούτε καν διανοούμαι νασυγκρίνω τα όσα έχει περάσει η Ελλάδα μετη Μεγάλη Βρετανία. Ανταλλαγή πληθυσμών, κατοχή, εμφύλιος, δικτατορία και άλλες τόσες που δεν έχουν τέλος» έχει πει,
Η Χίσλοπ έχει έρθει τόσο κοντά σ’ αυτό που αγαπάει γιατί το έχει ψυχολογήσει ψύχραιμα τόσο στη χαρά όσο και στη λύπη του. Οι χαρακτήρες της αποδίδονται τόσο ελληνικά σε νοοτροπία και συμπεριφορά, που μοιραία εκπλήσσεσαι από την αυθεντικότητα τους. Στο νέο της βιβλίο, τον Τελευταίο χορό (εκδ. Διόπτρα), αφηγείται σύντομες ιστορίες βγαλμένες από τη ζωή στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Αποσπάσματα και μνήμες από τη φλεγόμενη Αθήνα του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, διηγήματα με φόντο χωριά ορεινά και παραθαλάσσια, ακόμα και από την Κύπρο/Ερωτας, αξίες και παράδοση όχι τυχαία τοποθετημένα και σε καμία περίπτωση αφελώς ρομαντικά.Όταν ένας συγγραφέας γράφει με έναν τόσο βαθύ τρόπο για έναν τόπο και χρόνο μη βιωμένο, δύο πράγματα έχουν συμβεί ταυτόχρονα. Το ένα είναι ότι έχει διαβάσει την ιστορία του. Το δεύτερο ότι ξέρει να διαβάζει τους ανθρώπους. Οι ήρωες της ζουν στα πιο ψηλά απομακρυσμένα βουνά και στις πιο πολύβουες γειτονιές της πόλης. Τη φαντάζεσαι να κάθεται δίπλα τους και να τους παρατηρεί προσεκτικά.
Κάθε καλοκαίρι η Χίσλοπ αποχαιρετά τα παιδιά της, που είναι φοιτητές, και το σύζυγο, που εργάζεται απαιτητικά, και για έξι βδομάδες μετακομίζει στο σπίτι της στην Κρήτη, όπου μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη Ελληνίδα. Θα σηκωθεί το πρωί, θα πιει τον καφέ της βλέπονταςτη θάλασσα και στη συνέχεια θα κάνει γυμναστική. Στην πορεία της μέρας θα κολυμπήσει, θα γράψει το άρθρο της για την Οαϊΐγ ΤβΙββταρϊι ή ίσως την αρχή ενός ακόμα βιβλίου, θα συναντήσει τους φίλους της και με την πρώτη ευκαιρία θα πιει κρύο λευκό κρασί ακούγοντας ελληνική μουσική ποπ, Χατζηγιάννη κατά προτίμηση (δηλώνει φανατική θαυμάστρια του}. Σε κάποιο παραδοσιακό γλέντι ίσως σπκωθεί να χορέψει κρητικά. Και όταν ο καιρός περάσει, θα επιστρέψει στη βρετανική βάση της. όπου θα συνεχίσει να διαβάζει ελληνικήγραμματική σε καθημερινή βάση. Το προτιμά από το να διαβάζει Σέξπιρ.
Η βραβευμένη Βρετανίδα συγγραφέας, Victoria Hislop, βρέθηκε στη Μεσσηνία την Παρασκευή 7 Ιουνίου, στην Costa Navarino, σε μια ξεχωριστή λογοτεχνική βραδιά, όπου παρουσίασε το καινούριο της βιβλίο «Ο τελευταίος χορός».
Η Victoria Hislop σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη. Πριν γίνει συγγραφέας ασχολήθηκε με τις εκδόσεις, τις δημόσιες σχέσεις και τη δημοσιογραφία. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Νησί», παρέμεινε στην πρώτη θέση της λίστας best seller των Sunday Times επί οκτώ εβδομάδες και έχει πουλήσει πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε 23 ακόμη χώρες και σήμερα περιλαμβάνεται στη λίστα των πιο επιτυχημένων μυθιστορημάτων διεθνώς, ενώ κατατάχθηκε ανάμεσα στα 100 βιβλία που καθόρισαν τη δεκαετία.
Το 2007 η Victoria Hislop ανακηρύχθηκε Πρωτοεμφανιζόμενη Συγγραφέας της Χρονιάς, στα βραβεία Galaxy British Book Awards, ενώ στην πρώτη θέση των πωλήσεων ανέβηκε και το δεύτερο μυθιστόρημά της με τίτλο «Ο Γυρισμός». Τέλος, το τρίτο της βιβλίο, «Το Νήμα», μπήκε και αυτό στη λίστα των best seller, κερδίζοντας κοινό και κριτές. Τα βιβλία της Victoria Hislop έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 30 γλώσσες σε όλο τον κόσμο.
Το καινούριο της βιβλίο, «Ο τελευταίος χορός», αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων, δέκα έντονες ιστορίες εμπνευσμένες από την Ελλάδα, οι οποίες μέσα από τη ζωή των ηρώων, μας ταξιδεύουν στα σοκάκια της Αθήνας και στις πλατείες των ελληνικών χωριών.
Σε μια συνέντευξη, λίγο πριν από την παρουσίαση του βιβλίου της, με θέα το ηλιοβασίλεμα και τα καταγάλανα νερά του Ιονίου, η συγγραφέας Victoria Hislop μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις της. Μια παρουσία ευγενική, φιλική, με χαρακτηριστικά το χαμόγελο, την αισιοδοξία και τα σπαστά ελληνικά που με μεγάλη προσπάθεια και πείσμα, όπως έχει δηλώσει, κατάφερε να μάθει αρκετά καλά, εντυπωσιάζοντάς μας. Μας μίλησε για το βιβλίο της, μας ανέφερε αρκετές φορές την αγάπη της για την Ελλάδα, τη σημασία της ιστορίας του κάθε τόπου και την αναγκαιότητα αυτής να αναδειχτεί και τόνισε πως η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε θα είναι κάτι παροδικό.
Το καινούριο σας βιβλίο, «Ο τελευταίος χορός», πραγματεύεται δέκα έντονα διηγήματα. Τι σας έκανε να αλλάξετε ύφος και να αφήσετε πίσω τα μυθιστορήματα με ιστορικό υπόβαθρο;
Στα μυθιστορήματά μου έχω αναφερθεί σε ιστορικά γεγονότα. Μου τραβούσαν το ενδιαφέρον να τα μελετήσω και να τα χρησιμοποιήσω, αλλά τώρα ήθελα να γράψω κάτι διαφορετικό. Ένιωσα την ανάγκη να ωθήσω τους αναγνώστες μου να περιπλανηθούν στους αθηναϊκούς δρόμους, αλλά και στις πλατείες των ελληνικών χωριών και να γνωρίσουν την ξεχωριστή ατμόσφαιρα κάθε τόπου. Ακόμα, έπλασα ιστορίες με πολλούς ήρωες, διαφορετικούς μεταξύ τους, οι οποίοι δε θα μπορούσαν να ενταχθούν στην πλοκή ενός μυθιστορήματος. Έτσι, αποφάσισα να γράψω 10 διηγήματα, να ξεχωρίσω τους ήρωές μου σε αυτοτελείς ιστορίες.
Τι θέλετε να αναδείξετε μέσα από το καινούριο σας βιβλίο;
Αρχικά, θα πρέπει να αναφέρω πως κυρίως γράφω για το αναγνωστικό κοινό της Αγγλίας. Θέλω, μέσα από το βιβλίο μου, να γνωρίσουν πώς είναι η ζωή στην Ελλάδα. Ότι η ζωή δεν είναι πάντα όμορφη, δεν είναι πάντα σαν διακοπές, αλλά ότι υπάρχει και ένα άλλο κομμάτι της ζωής στην Ελλάδα. Όσον αφορά στους Έλληνες, αποτελεί έκπληξη για μένα ότι θέλουν να διαβάσουν όσα γράφω, γιατί δεν είμαι Ελληνίδα. Ίσως θέλουν να διαβάσουν ιστορίες που αφορούν τη χώρα τους, από τη ματιά μιας ξένης συγγραφέως.
Μπορείτε να μας πείτε κάτι που έχετε ξεχωρίσει από τον «τελευταίο χορό»;
Τον ίδιο τον τίτλο, ο οποίος ουσιαστικά είναι ο δεύτερος τίτλος του βιβλίου μου (ο βασικός τίτλος είναι: Ιστορίες εμπνευσμένες από την Ελλάδα), αλλά και ο αγαπημένος μου. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένας ειρωνικός τίτλος, γιατί αφορά στον πρώτο χορό ενός νιόπαντρου ζευγαριού, που όμως θα είναι τελικά και για τους δύο «ο τελευταίος χορός». Ακόμα, αυτό που έχω ξεχωρίσει είναι το κομμάτι που αναφέρεται στις οικογενειακές σχέσεις εδώ στην Ελλάδα, οι οποίες διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτές στη χώρα μου. Εδώ υπάρχει το αίσθημα της προστασίας, αλλά και η δυνατότητα παρέμβασης και άσκησης μεγάλης επιρροής των γονιών στη ζωή των παιδιών.
Η έντονη ενασχόλησή σας με μυθιστορήματα που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα (η Σπιναλόγκα, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία) οφείλεται στην αγάπη σας για την ιστορία;
Πρώτα πρώτα, θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί τουρίστες στην Ισπανία και στην Ελλάδα. Και εγώ είμαι μία από αυτούς. Ερχόμαστε στην Ελλάδα για διακοπές και δε γνωρίζουμε, ουσιαστικά, τίποτα για τον τόπο που επισκεπτόμαστε και την ιστορία του. Είναι κάτι το οποίο έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Υπάρχει ένα κενό μεταξύ των τουριστών και της αλήθειας, της ιστορίας. Επίσης, στην Αγγλία, στο σχολείο, δε μαθαίνουμε ότι οι Γερμανοί ήταν στην Ελλάδα. Διαβάζουμε μόνο για την Αγγλία, τη Γερμανία, τον πόλεμο. Άρα και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία, για παράδειγμα, ήταν μια καινούρια ιστορία για τους Άγγλους. Κι εγώ, όταν πήγα παιδί στην Ισπανία, την ίδια στιγμή που εμείς γευόμασταν τις ομορφιές της χώρας και κάναμε διακοπές, οι Ισπανοί βίωναν τη δικτατορία του Φράνκο και κάποιοι αθώοι άνθρωποι ήταν στη φυλακή. Όλο αυτό δε μπορεί να μη σε ταρακουνήσει, να μη σε συγκινήσει και να σε ωθήσει να μελετήσεις τις ιστορικές εξελίξεις και την επιρροή τους στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Όταν αποφασίζεις, όμως, να αναφερθείς σε ιστορικά στοιχεία, πρέπει να μελετήσεις διεξοδικά το αντικείμενό σου. Θέλει πάρα πολύ κόπο, υπομονή και δουλειά. Για το «Γυρισμό», για παράδειγμα, δούλευα σε μια βιβλιοθήκη για δύο χρόνια. Είναι αρκετά σκληρή δουλειά, και ιδιαίτερα για μένα που δεν είμαι ακαδημαϊκός και δεν έχω σπουδάσει Ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, το εγχείρημα αυτό ήταν κάτι καινούριο για μένα και μου άρεσε πολύ.
Έχετε δηλώσει ότι η Ελλάδα είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου. Μάλιστα ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού σας πρότεινε να συμβάλλετε στην προώθηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή σας την «αποστολή»;
Την Ελλάδα την αγαπώ και με χαρά δέχτηκα αυτό το ρόλο. Κάνω συγκεκριμένα πράγματα, όπως για παράδειγμα, η συμμετοχή μου σε ειδική εκδήλωση για την παρουσίαση της Πελοποννήσου, μπροστά σε tour operators και πλήθος δημοσιογράφων, που διοργάνωσε στο Λονδίνο, στις 3 Ιουνίου, η Περιφέρεια Πελοποννήσου. Γράφω σε εφημερίδες, μιλάω για την Ελλάδα σε εκδηλώσεις στην Ελλάδα, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Νορβηγία, στην Κροατία. Με ρωτούν πώς είναι στην Ελλάδα σαν να είμαι ειδικός, κάτι που δεν είμαι, αλλά επειδή έξω, στη Νορβηγία για παράδειγμα, δεν υπάρχουν συγγραφείς από την Ελλάδα που ταξιδεύουν εκεί, αποτελεί ευκαιρία να γνωρίσουν κάποια πράγματα για την Ελλάδα μέσα από μένα.
Έχετε ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα και κυρίως με την Κρήτη. Τώρα που βρεθήκατε στη Μεσσηνία, ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από την περιοχή μας;
Έχω δηλώσει και στο παρελθόν πως θα ήθελα να μένω το μισό χρόνο στη χώρα σας. Με την Κρήτη έχω δεθεί αρκετά, αλλά έχω επισκεφτεί πολλά μέρη στην Ελλάδα που με έχουν εντυπωσιάσει. Ο τόπος σας εδώ είναι απίστευτος. Το φως! Η θάλασσα! Δεν είσαι ποτέ μακριά από τη θάλασσα. Έχετε τα πάντα! Και αυτός ο συνδυασμός, θάλασσα και βουνό, δε μπορείς να τον βρεις σε πολλά μέρη στον κόσμο.
Αν ήσασταν ηρωίδα σε κάποιο από τα βιβλία σας, σε ποια εποχή στην ιστορία της Ελλάδας θα τοποθετούσατε τον εαυτό σας;
Στη σύγχρονη εποχή θα ήθελα να ζω, παρά την κρίση. Άλλωστε πάντα υπάρχει μια κρίση. Το έμαθα αυτό, όταν μελετούσα για «Το Νήμα».
Κάθε δεκαετία έχει μια κρίση. Ίσως οι παλαιότεροι βίωσαν πολύ χειρότερα, εμφύλιος πόλεμος, δικτατορία, πείνα, κατοχή. Ήταν πολύ χειρότερα. Η σύγχρονη κρίση θα περάσει. Όταν βιώνεις μια κρίση ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Η Ελλάδα έχει περάσει πολλά. Στην Αγγλία τα πράγματα έχουν έρθει πολύ πιο εύκολα. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα, μπορώ να καταλάβω ότι η ζωή έχει αλλάξει. Και πραγματικά για κάποιους είναι πολύ δύσκολα. Τα πράγματα, όμως, πάντα πηγαίνουν καλύτερα. Είμαι αρκετά αισιόδοξη. Όλη η Ευρώπη μοιράζεται παρόμοια προβλήματα και τώρα αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι κάποια από τα μέτρα που παίρνουν δεν είναι απόλυτα σωστά, γι’ αυτό και ο κόσμος αντιδρά. Θα αξιολογήσουν εκ νέου τι χρειάζεται η Ευρώπη και θα προσπαθήσουν να τα κάνουν όλα καλύτερα.
Το πρώτο σας βιβλίο σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία, με αποκορύφωμα τη μεταφορά του στη μικρή οθόνη. Πώς επηρέασε, η επιτυχία σας αυτή, την προσωπική και την επαγγελματική σας ζωή;
Με πολλούς τρόπους άλλαξε η ζωή μου, αλλά πρώτα απ’ όλα μέσα από τα βιβλία μου και την επιτυχία που γνώρισαν στη χώρα σας, μου δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσω την Ελλάδα, να δεθώ, να την αγαπήσω, να κάνω φίλους. Πλέον έρχομαι πολύ συχνά εδώ. Η Ελλάδα είναι μέσα στην καρδιά μου.
Όσον αφορά στον επαγγελματικό τομέα, αυτό που βίωσα με επηρέασε καθοριστικά. Ήμουν δημοσιογράφος, έγραφα για γεγονότα και με τα βιβλία μου άλλαξε η δουλειά μου. Δοκίμασα ένα νέο είδος γραφής. Μελετώ, πολλές φορές ιστορικά στοιχεία, αλλά τώρα η φαντασία και η έμπνευση με καθοδηγούν.
Θα ήθελα να τονίσω, ακόμα, πως είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στην Αγγλία, παρά το ότι τα βιβλία μου πωλούνται πολύ, δε με αναγνωρίζουν, ενώ εδώ με σταματούν στο δρόμο και με αγκαλιάζουν. Ο ενθουσιασμός των ανθρώπων στην Ελλάδα με συγκινεί και με κάνει να αισθάνομαι πολύ όμορφα.
We use cookies on our website to give you the most relevant experience by remembering your preferences and repeat visits. By clicking “Accept All”, you consent to the use of ALL the cookies. However, you may visit "Cookie Settings" to provide a controlled consent.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.