Λευκωσία: Ερημοι δρόμοι, βουβές πολυκατοικίες και ξενοδοχεία μάρτυρες της ζωντάνιας που έσφυζε η περιοχή, και γύρω-γύρω τα συρματοπλέγματα που σηματοδοτούν το όριο μια πόλης φάντασμα. Μιας βασιλεύουσας στην οποία μοιάζει να έδυσε ο ήλιος της ζωής εδώ και τέσσερις δεκαετίες, με τους ανθρώπους της να προσπαθούν να πείσουν για το δράμα και το έγκλημα εις βάρος της. Μια πόλη, που περιμένει τη δική της ανατολή, τη δική της αναγέννηση εδώ και 40 χρόνια…
Σε αυτό άλλωστε παραπέμπει και ο τίτλος του νέου βιβλίου της γνωστής Βρετανίδας συγγραφέα Βικτώρια Χίσλοπ, το οποίο όπως έχει ήδη γίνει γνωστό, έχει ως ιστορικό φόντο την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου. Μια ιστορία, η οποία ξεκινά πριν από την τουρκική εισβολή και φτάνει στο σήμερα. Πρωταγωνιστής του βιβλίου της Χίσλοπ, η ίδια η κατεχόμενη πόλη της Αμμοχώστου, μέσα από την ιστορία δύο οικογενειών, μιας Ελληνοκυπρίων και μιας Τουρκοκυπρίων. Μέσα από το βιβλίο, η σύγχρονη ιστορία της πόλης ξεδιπλώνεται και μεταφέρεται στον αναγνώστη, όπως αυτή εξελίσσεται πριν και μετά την τουρκική εισβολή και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με την κατοχή.
Οι πρώτες δύο παρουσιάσεις τους βιβλίου έγιναν την περασμένη βδομάδα στο Λονδίνο, στην παρουσία και του δημάρχου της κατεχόμενης πόλης της Αμμοχώστου, Αλέξη Γαλανού. Ο οποίος μιλώντας στον «Φ», χαρακτήρισε το βιβλίο ως τον καλύτερο πρεσβευτή ενημέρωσης προς τους ξένους της ιστορίας της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και των προσπαθειών επιστροφής της πόλης. Στην ομιλία του μάλιστα κατά την παρουσίαση του βιβλίου, ανέφερε ότι ως δήμαρχος της Αμμοχώστου μπορεί να μην έχει την πόλη, αλλά η δουλειά του είναι να προβάλλει την πόλη και υπό αυτή την έννοια δήμαρχος της πόλης έγινε η Βικτώρια Χίσλοπ. «Έγινε μεγάλη κάλυψη της παρουσίασης του βιβλίου στη Βρετανία και ανύψωσε το θέμα της Αμμοχώστου. Είναι μια αφορμή που έχει δοθεί για να υπάρξει μεγάλη δημοσιότητα στο θέμα. Το εξώφυλλο του βιβλίου παρουσιάζει την παραλία της Αμμοχώστου και έχει ως κύριο θέμα την κατοχή και μήνυμα του είναι να φύγουν τα στρατεύματα», ανέφερε ο κ. Γαλανός. (να διαβάσετε περισσότερα philenews.com)
Καλοκαίρι 1972. Η Αμμόχωστος αποτελεί το πιο ελκυστικό θέρετρο της Μεσογείου. Μια πόλη λουσμένη στη λάμψη και το φως. Ένα φιλόδοξο ζευγάρι εγκαινιάζει το πιο εντυπωσιακό ξενοδοχείο, όπου Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι συνεργάζονται αρμονικά.
Δυο οικογένειες που ζουν στην ίδια γειτονιά, οι Γεωργίου και οι Οζκάν, συγκαταλέγονται ανάμεσα σε πολλούς άλλους που μετακόμισαν στην Αμμόχωστο για να ξεφύγουν από τον επί χρόνια αναβρασμό και τη βία που επικρατούσε σε άλλα μέρη του νησιού. Όμως, κάτω από τη μάσκα της χλιδής και του πλούτου που δείχνει η πόλη, η ένταση γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.
Ένα πραξικόπημα βυθίζει την Κύπρο στο χάος. Η Τουρκία εισβάλλει στο νησί και η Αμμόχωστος βομβαρδίζεται. Σαράντα χιλιάδες άνθρωποι παίρνουν όπως-όπως τα πιο πολύτιμα απ’ τα υπάρχοντά τους και τρέπονται σε άτακτη φυγή για να γλιτώσουν από τους στρατιώτες που προελαύνουν.
Στην εγκαταλειμμένη πόλη παραμένουν μόνο δύο οικογένειες…
Ένα νησί στις φλόγες, μια πόλη-φάντασμα,
δύο οικογένειες ανταμώνουν στις σκιές.
Το αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο ήταν η σπίθα που αναζητούσε η Βικτόρια Χίσλοπ για το νέο της μυθιστόρημα. «Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων».
Για χρόνια διψούσα να γράψω για την Κύπρο, αλλά πάντα περίμενα ο άνεμος να φυσήξει την κατάλληλη σπίθα. Και έτσι κάνω σήμερα μια αναδρομή, παραμονές της επετείου εκείνων των δραματικών γεγονότων, που μου έδωσαν την έμπνευση για το νέο μου βιβλίο, «Η Ανατολή».
Επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Κύπρο το 1978, όχι πολύ καιρό μετά την εισβολή. Ηταν το καλοκαίρι πριν ξεκινήσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο και αναζητώντας την περιπέτεια απάντησα θετικά στην πρόσκληση μιας μικρής αγγελίας για ένα ταξίδι οδικώς στην Κύπρο. Εδεσα τη βαλίτσα μου στη σχάρα ενός θορυβώδους βαν και στοιβάχτηκα κι εγώ εκεί μέσα, μαζί με εννέα αγνώστους.
Αυτό το ετερόκλητο μπούγιο των ανθρώπων, στριμωγμένοι όλοι μας μέσα σε ένα φορτηγάκι που δεν είχε ούτε κλιματισμό ούτε αναρτήσεις, ταξίδεψε νύχτα και μέρα, διασχίζοντας το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, ώσπου μπήκαμε στην Τουρκία.
Οσο μπαίναμε βαθύτερα στην Ανατολία, τόσο πιο μαγευτικά γίνονταν τα τοπία. Για πρώτη φορά το μάτι μου πήρε φευγαλέα εικόνες από απέραντα λιβάδια γεμάτα ηλίανθους και γυναίκες να φορούν μπούργκα. Ηταν η πρώτη μου φορά που άκουσα μουεζίνη και, ασύγκριτα και αναμφίβολα, ήταν η πρώτη φορά που έζησα τόσο πολλή και έντονη ζέστη. Ηταν Ιούλιος, και ώσπου να φτάσουμε στη Μερσίνη, απ’ όπου επρόκειτο να πάρουμε το καράβι για να καταλήξουμε στην Κύπρο, ήμουν άρρωστη από την αφυδάτωση και την ηλίαση. Οταν φτάσαμε, δεν μας σφράγισαν τα διαβατήρια, παρά μας έδωσαν μια προσωρινή βίζα, και μας είπαν ότι αν μας έβαζαν σφραγίδα μπορεί να αποτελούσε εμπόδιο για μελλοντικές μας επισκέψεις στην Ελλάδα. Συνειδητοποίησα πόσο αφελής ήμουν να ριχτώ χωρίς σκέψη σε ένα ταξίδι με προορισμό ένα νησί, που μόλις είχε βγει από έναν πόλεμο.
Ταξιδέψαμε πολύ στο βόρειο κομμάτι του νησιού, αλλά δεν επιτρεπόταν να περάσουμε στο νότιο. Φέρνω στον νου μου πόσα κτίρια ήταν γεμάτα πληγές από σφαίρες, ενώ πολλά άλλα κείτονταν σε ερείπια. Πήγαμε στο Μπελαπάις, στο βενετσιάνικο λιμάνι στην Κηρύνεια και στην αρχαία ελληνική πόλη της Σαλαμίνας. Υπήρχε και μια πόλη που τη βλέπαμε από μακριά, αλλά δεν μας πήγαν εκεί. Φαινόταν αλώβητη, μεγάλη και μυστηριώδης. Παντού στους δρόμους έβλεπες τζιπ με επιβλητικούς Τούρκους φαντάρους, που έδιναν την αίσθηση άτακτου στρατού.
Εν τω μεταξύ, είχα πιάσει φιλίες με τον γιο του διευθυντή ενός ξενοδοχείου κι εξακολουθώ ακόμη να έχω τη φωτογραφία του. Υπήρχε μια ευδιάκριτη διαφορά ανάμεσα σε αυτό το ευγενικό παλικάρι, που ήταν Τουρκοκύπριος, και τους Τούρκους στρατιώτες.
Αμμόχωστος, το μνημείο της ερήμωσης
Πέρασαν κάμποσα χρόνια. Η έκδοση των τριών πρώτων βιβλίων μου στα ελληνικά με έφερε και στο νότιο κομμάτι του νησιού κι έκανα πολλούς Ελληνοκύπριους φίλους. Από το ξενοδοχείο όπου έμενα, στη χωρισμένη στα δύο πόλη της Λευκωσίας, έβλεπα σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων μια τεράστια τουρκική σημαία, χαραγμένη πάνω σε μια βουνοπλαγιά στα βόρεια της πόλης.
Ενα απόγευμα, βρέθηκα σε ένα δρόμο όπου είδα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αντί για στολίδια, πάνω του κρέμονταν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ανθρώπων που εξακολουθούσαν να παραμένουν αγνοούμενοι τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την εισβολή. Οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες τρεμόπαιζαν στο ελαφρύ αεράκι.
Γνώρισα πολλούς ανθρώπους που είχαν βιώσει έναν αδιανόητο πόνο, εξαιτίας του πολέμου. Εμαθα για τις σφαγές, για τον εκτοπισμό σχεδόν διακοσίων πενήντα χιλιάδων Ελληνοκυπρίων, για την εξαφάνιση περισσότερων των χιλίων πεντακοσίων ανθρώπων, για την καταστροφή εκκλησιών και χωριών.
Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι οι άνθρωποι της τουρκοκυπριακής κοινότητας είχαν και αυτοί τις δικές τους ιστορίες πόνου και δυστυχίας να διηγηθούν. Αυτήν την πλευρά δεν την είχα μάθει ούτε από τους νικητές στρατιώτες που είχα συναντήσει το 1978 ούτε από τους Ελληνοκυπρίους που είχα γνωρίσει.
Συνειδητοποίησα πως αν επρόκειτο ποτέ να γράψω ένα μυθιστόρημα για την Κύπρο, θα έπρεπε να εξετάσω την ιστορία από όλες της τις οπτικές γωνίες. Κάπως έτσι έφτασα να επισκεφθώ εκείνο το μουσείο στη Λευκωσία, με το όνομα «Μουσείο Βαρβαρότητας», και τους ομαδικούς τάφους των Τουρκοκυπρίων που σφαγιάστηκαν στη Μαράθα.
Από τη δεκαετία του ’50
Πίστευα ότι το χρονικό σημείο που ξέσπασε η κυπριακή τραγωδία ήταν η 20ή Ιουλίου, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στο νησί, αλλά στην πραγματικότητα η ιστορία ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, όταν οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονταν σε σύγκρουση ακόμη και αναμεταξύ τους, εξαιτίας του ζητήματος της ένωσης με την Ελλάδα.
Μια επίσκεψή μου, το 2012, στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο, ήταν η σπίθα που αναζητούσα. Θυμήθηκα τότε που είχα δει τη μυστηριώδη πόλη από μακριά. Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων. Τώρα ήμουν κοντά, ατένιζα τα έρημα κτίρια, κοιτούσα τα έρημα παράθυρα, ένιωθα κάτι το απόκοσμο στην πόλη, κάτι που σου προκαλούσε δέος. Ηταν σχεδόν αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι σαράντα χιλιάδες άνθρωποι είχαν φύγει και δεν τους είχε επιτραπεί ποτέ να επιστρέψουν.
Η Αμμόχωστος είναι ένα μνημείο που καταδεικνύει την τρομερή ερήμωση που άφησε πίσω της αυτή η σύγκρουση.
Δεν υπήρξαν νικητές στα γεγονότα του 1974. Ηταν μια συμφορά, για ολόκληρη την Κύπρο.
Διάβασα πράγματα που γράφτηκαν και από τις δύο πλευρές, μίλησα σε ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, και μελέτησα τις αναφορές από τα Ηνωμένα Εθνη, στην προσπάθειά μου να είμαι αντικειμενική.
Ανδρική υπόθεση
Καθώς διάβαζα γι’ αυτή τη σύγκρουση και πώς έφτασε να συμβεί, ποιος πήρε τις αποφάσεις και ποιος άνοιξε τον δρόμο, αποκόμισα την αίσθηση πως επρόκειτο για μια τελείως ανδρική υπόθεση. Οι γυναίκες έμειναν στο περιθώριο, μαζεύοντας πράγματα βιαστικά, φεύγοντας όπως όπως, ψάχνοντας για χαμένους συζύγους και γιους, θρηνώντας για ό,τι είχε χαθεί. Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες που αποτυπώνουν τον ανθρώπινο πόνο, και οι περισσότερες απ’ αυτές απεικονίζουν γυναίκες και παιδιά να ζουν ως πρόσφυγες για να γλιτώσουν από την αντάρα του πολέμου, ή να κρατούν φωτογραφίες κάποιου αγαπημένου τους που κατέληξε αγνοούμενος. Σε αυτές τις φωτογραφίες, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι Ελληνοκύπριος και ποιος Τουρκοκύπριος.
Οσον αφορά τους ανθρώπους της Κύπρου, δεν έχω γνωρίσει κανέναν που να είναι κερδισμένος. Είδαν το νησί τους, που είναι πανέμορφο, εύφορο και πλούσιο σε ιστορία, να χωρίζεται στα δύο. Ο κάθε Κύπριος έχασε και από κάτι, πολλοί απ’ αυτούς έχασαν τα πάντα. Τώρα που γράφω, συνεχίζει να υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί εντελώς, κι αυτό είναι η ελπίδα. Πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αμμόχωστος κάποια μέρα θα ξαναγίνει μια ζωντανή πόλη. Ελπίζω η υπομονή τους να ανταμειφθεί.
Η κ. Βικτόρια Χίσλοπ έχει γράψει τρία μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων. Το τέταρτο μυθιστόρημά της έχει τον τίτλο «H Ανατολή», διαδραματίζεται στην Κύπρο κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής και θα κυκλοφορήσει στις 22 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ.
Cookie consent
We use cookies on our website to give you the most relevant experience by remembering your preferences and repeat visits. By clicking “Accept All”, you consent to the use of ALL the cookies. However, you may visit "Cookie Settings" to provide a controlled consent.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.