Όταν το έγραφα, ένιωθα πως έβαζα τα βρεγμένα μου δάχτυλα στην πρίζα, ανέφερε η συγγραφέας
Η κατεχόμενη από τον Τουρκικό στρατό εδώ και 40 χρόνια πόλη της Αμμοχώστου είναι το θέμα του νέου μυθιστορήματος, με τίτλο «Ανατολή» της διακεκριμένης συγγραφέως, Βικτώριας Χίσλοπ, το οποίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις 22 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις «Διόπτρα».
«Πολλές φορές καθώς το έγραφα (το βιβλίο) ένιωθα λες και είχα βρεγµένα δάχτυλα και τα έβαζα στην πρίζα. Ένιωθα πως είναι το ίδιο νωπό όσο ήταν και πριν 40 χρόνια. Λες και δεν πέρασε µια µέρα», δηλώνει η κ. Χίσλοπ, σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», για την διαδικασία συγγραφής του βιβλίου της.
Η Χίσλοπ αναφέρει ότι εμπνεύστηκε απ’ τα άδεια κτίρια και σημειώνει: «Και δυστυχώς δεν υπάρχουν περισσότερα άδεια κτήρια στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην Αµµόχωστο (περίκλειστη από τον Τουρκικό στρατό περιοχή της πόλης)».
Μιλώντας στον δημοσιογράφο, Πιερή Παναγή, η γνωστή συγγραφέας εξηγεί ότι είναι η πρώτη φορά που γράφει για µια πόλη, που δεν µπορούσε να δει από κοντά ή να περπατήσει στους δρόµους της. «Ταξίδεψα πολλές φορές στην Κύπρο, βρέθηκα στην Αµµόχωστο ξανά και ξανά, στάθηκα στα συρµατοπλέγµατα και είδα την πόλη, πέρασα χρόνο στην ταράτσα του γραφείου του Τουρκοκύπριου δηµάρχου της Αµµοχώστου για να έχω όσες περισσότερες εικόνες µπορούσα», είπε. Επίσης, ανέφερε ότι απορρίφθηκε από την ‘Αγκυρα αίτημα της να της επιτραπεί να μπει στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, η Βικτώρια Χίσλοπ τονίζει ότι ήθελε να καταγράψει πως «η εθνικότητά δεν κάνει κάποιον καλό ή κακό άτοµο, αλλά η ανθρωπιά». (Διαβάστε περισσότερα…)
Δύο ντοκιμαντέρ για το παλιό ελληνικό σινεμά, «Δουλειές με φούντες» και «Από τις αυλές στα σαλόνια», «ταξίδεψαν» στη βρετανική πρωτεύουσα
Τα ντοκιμαντέρ που μιλούν για τον χρυσό ελληνικό κινηματογράφο, οι «Δουλειές με φούντες» του Παναγιώτη Κουντουρά και το φιλμ «Από τις αυλές στα σαλόνια» της Διονυσίας Αρβανίτου προβλήθηκαν το Σαββατοκύριακο (15 και 16 Φεβρουαρίου) στο Ελληνικό Κέντρο (Hellenic Centre) στο Λονδίνο. Ελληνες και Ελληνοκύπριοι που ζουν στη βρετανική πρωτεύουσα, αλλά και η γνωστή συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ, ήταν μεταξύ του πολυπληθούς κοινού των δύο προβολών, την επιμέλεια των οποίων είχε η κριτικός κινηματογράφου Ειρήνη Νικοπούλου. Μέσα από τα ντοκιμαντέρ- τα οποία βασίζονται στα ομότιτλα βιβλία της ιστορικού κινηματογράφου Αγγελικής Μυλωνάκη, σκιαγραφείται η κινηματογραφική ιστορία της επιχειρηματικότητας στη μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά και ο αστικός χαρακτήρας του ελληνικού κινηματογράφου. Δουλειές με φούντες Επιχειρήσεις σε κίνδυνο, «λουκέτα» καταστημάτων, πτωχεύσεις, χρεοκοπίες, τυχοδιωκτισμός, παραοικονομία… Ελληνικές ταινίες του ’50 και του ’60, συγκεντρώνονται στο φιλμ και περιγράφουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της κρίσης. Μέσα από χαρακτηριστικές σκηνές και ατάκες και φιγούρες που «σημάδεψαν» το σινεμά της εποχής -από τον… κουτοπόνηρο μπακαλόγατο Ζήκο του Κώστα Χατζηχρήστου μέχρι τον παντοδύναμο εφοπλιστή Φωκά του Λάμπρου Κωνσταντάρα- η ταινία, μια παραγωγή της Πολιτιστικής Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος, «αποκαλύπτει» το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα. Το ντοκιμαντέρ που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της κ. Μυλωνάκη «Δουλειές με φούντες: Η ιστορία της επιχειρηματικότητας στον ελληνικό κινηματογράφο (1960-1970)»(Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος, 2008), την έκδοση του οποίου και συνοδεύει. Από τις αυλές στα σαλόνια Μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες «ξαναζωντανεύουν» χώροι με μνήμες και ιστορία -τα γραφικά στενά της Πλάκας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλλα, το Μοναστηράκι κ.ά- αποτυπώνοντας τη μεταπολεμική πόλη, που μεταμορφώνεται βιαστικά σε σύγχρονη και απρόσωπη μητρόπολη. Στο ντοκιμαντέρ «Από τις αυλές στα σαλόνια» που βασίζεται και πάλι στο ομώνυμο βιβλίο της Αγγελικής Μυλωνάκη «Από τις αυλές στα σαλόνια: Εικόνες του αστικού χώρου στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο (1950-1970)» (Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2012), καταγράφεται η σταδιακή μετατόπιση του κινηματογραφικού φακού από την παλιά Αθήνα, στο μοντέρνο διαμέρισμα. Από τις γειτονιές και τις αλάνες του αθηναϊκού κέντρου στην αφιλόξενη Αθήνα της εσωτερικής μετανάστευσης, στην άναρχη πόλη της αντιπαροχής και της ανοικοδόμησης, στο μοντέρνο, αλλά ασφυκτικό διαμέρισμα της μεταπολεμικής πολυκατοικίας… Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου (Λευκωσία, 2012), ενώ συμμετείχε και στην Αγορά του 15ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2013).
Η κυρία Ολγα Κεφαλογιάννη πρέπει να πάει επειγόντως σινεμά. Να δει την ταινία «La Grande Bellezza» του Πάολο Σορεντίνο η οποία είναι υποψήφια για το βραβείο ξενόγλωσσου φιλμ σταΟσκαρ. Είναι μια ταινία που δημιουργεί αυτόματα την επιθυμία: «να κλείσω εισιτήρια για Ρώμη, τώρα αμέσως». Ακολουθεί τα βήματα ενός ηλικιωμένου κατοίκου της αιώνιας πόλης, κοσμικού δημοσιογράφου και συγγραφέα. Η αφήγηση ξεκινά με το πάρτι των γενεθλίων του, τη μέρα που κλείνει τα 65. Ο Τζεπ Γκαμπαρντέλα κοιμάται πάντα τα ξημερώματα καθώς η ζωή του είναι μια αδιάκοπη τρέλα, με ποτά, γυναίκες, δείπνα, συζητήσεις περί τεχνών_ όλα με απόλυτη φινέτσα.
Η ιδέα της έμμεσης διαφήμισης μιας χώρας δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Γίνεται ας πούμε και στη λογοτεχνία: οι φορείς προσκαλούν διασημότητες, τους αναλαμβάνουν για μακρύ χρονικό διάστημα, με την προσδοκία να καταγραφεί με ελκυστικό τρόπο το τοπίο. Το έκαναν με τον καλύτερο τρόπο ο Λουί ντε Μπερνιέρ για την Κεφαλονιά και η Βικτόρια Χίσλοπ για τη θεωρούμενη αποκρουστική Σπιναλόγκα. Μόνοι τους πήραν την πρωτοβουλία να τοποθετήσουν τις ιστορίες τους σε ελληνικό πλαίσιο, δεν τους παρακίνησε κανείς αλλά σίγουρα υπήρξαν οφέλη για τον τουρισμό. Δεν βλέπουμε όμως καμία πρόθεση να οργανωθεί κάτι ως «πολιτισμική προβολή». Μπορούμε βεβαίως να αναρωτηθούμε εάν η υπουργός Τουρισμού έχει την απαραίτητη συγκρότηση για να προωθήσει τέτοιες δράσεις.
Να θυμηθούμε τι προτίμησε η Ολγα Κεφαλογιάννη. Προκειμένου να διαφημίσει την Ελλάδα έκανε τα γυρίσματα ενός flash mod στο Σάουθ Μπανκ του Λονδίνου. Ακατανόητο. Αντί να δείξει Αιγαίο, έδειξε Τάμεση. Κράτησε βεβαίως και μερικά δευτερόλεπτα για τον εαυτό της. Υπάρχει πλάνο που τη δείχνει να τραβά φωτογραφίες με το κινητό της τους έλληνες χορευτές που διασκεδάζουν στο Λονδίνο. Αυτό δεν μας πειράζει και μάλιστα καταθέτουμε πρόταση: σε κάθε κινηματογραφική ταινία που θα χρηματοδοτείται από τουριστικά κονδύλια, να κάνει πέρασμα η υπουργός. Θα το κάνει με τον τρόπο του Αλφρεντ Χίτσκοκ που εμφανιζόταν στις ταινίες του ως κομπάρσος.
Υπάρχει πρόχειρη απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν χρηματοδοτείται η τέχνη από κονδύλια του υπουργείου Τουρισμού». Η απάντηση δεν σχετίζεται με τις αποστάσεις που οφείλει να κρατά η τέχνη από το κράτος. Είναι πολύ πιο απλό. Δεν υπάρχει χρήμα. Ο προϋπολογισμός του ΕΟΤ για το 2013 κινήθηκε στα 11 εκατατομύρια ευρώ ενώ το 2012 ήταν 16. Τα κονδύλια που προβλέπονταν από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα περιορίστηκαν σε 10 εκατ. από 15. Η εξοικονόμηση των 4 από αυτά προήλθαν από «μη ανταποδοτικά έξοδα μάρκετινγκ».
Μας πιάνει πίκρα αν ανατρέξουμε στα χρήματα που πετάχτηκαν στο παρελθόν για το τίποτε. Μόνο ένα νούμερο θα πούμε, για να ξέρουμε πού κινούμαστε: από το 2006 ως το 2009 ο ΕΟΤ έκανε χρέη 128 εκατομμύρια, για διαφημιστικές δαπάνες. Τόσα χρέη και ούτε μια μικρού μήκους της προκοπής ούτε ένα τρέιλερ αντάξιο μιας ταινίας επιπέδου «La Grande Bellezza». Κρίμα είναι γιατί αν μη τι άλλο, τοπία υπάρχουν.
Αυτή την εβδομάδα θυμήθηκα την εποχή που ήμουν στο Πανεπιστήμιο και μελετούσα λογοτεχνία. Είμαι όμως στην Ελλάδα και αυτό αποτελεί μια ακόμη ενθουσιώδης εμπειρία για μένα.
Ήρθα στην Αθήνα για να συμμετάσχω σε ένα ρεσιτάλ αφιερωμένο στο έργο του μεγάλου Έλληνα ποιητή, Κωνσταντίνου Καβάφη, με τη μουσική συνοδεία από τον Αθανάσιο Σιμόγλου και τη φωνή της υπέροχης σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου.
Μπορώ να διαβάσω Αγγλικά και Ελληνικά γεγονός που με διευκόλυνε να μάθω πολλά και στις δύο γλώσσες.
Ανακάλυψα ότι ο Καβάφης από πρωτότυπο αλλά και μεταφρασμένος, μιλούσε τόσο ευθέως και ειλικρινώς που ήταν για μένα σοκαριστικό.
Η φωνή του έμοιαζε δυνατή και καθαρή, οι λέξεις του «πηδούσαν» έξω από τη σελίδα. Έχουμε ένα ποιητή που συνενώνει τις πνευματικές ιδέες με το συναίσθημα, αλλά ποτέ το συναίσθημα δεν παίζει δευτερεύοντα ρόλο, κάτι που δύσκολα συναντάς στην Αγγλική ποίηση.
Σε ελεύθερη μετάφραση, τα ποιήματα του Καβάφη με δίδαξαν νέα πράγματα για την Ελληνική ψυχή και διανόηση. Ανακάλυψα πόσο κοντά βρίσκεται η αίσθηση της θνησιμότητας τους. Μερικές φορές τον βρήκα υπερβολικά πεσιμιστή, στην «Μονοτονία» για παράδειγμα, αλλά ταυτόχρονα με «ανέβαζε» ξανά και με ωθούσε να αδράξω τη ζωή και την απόλαυση του ταξιδίου.
Ακούγοντας τα ποιήματά του συνειδητοποίησα μια νέα οπτική στην κατανόηση της Ελλάδας και στο γιατί πολλοί από τους φίλους μου που ζουν εδώ, φαίνονται να αρπάζουν τη ζωή και με τα δύο χέρια, σαν κάθε μέρα να είναι η τελευταία τους. Αυτή η συμπεριφορά τους αποκτά πλέον περισσότερο νόημα για μένα.
Ισάξια ικανοποιητικό ήταν πως έμαθα νέες λέξεις και κατάφερα να επεκτείνω τη γνώση μου στην ελληνική γλώσσα. Δεν είναι ο ρόλος μου να ασκήσω κριτική στους μεταφραστές, όμως διαβάζοντας μια μετάφραση και συγκρίνοντας την με το πρωτότυπο αποφάσισα να μάθω καλά Ελληνικά, ώστε οι μεταφραστικές ερμηνείες να μην μπαίνουν εμπόδιο στην πρωτότυπη ερμηνεία του δημιουργού. Η ομορφιά των Ελληνικών δε βρίσκει πάντα ισάξια μετάφραση στις αδέξιες αγγλικές λέξεις.
Έχω πολλά ακόμη να μάθω για τον Καβάφη, τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το έργο του. Είναι ένα ταξίδι που ξέρω πως πρόκειται να απολαύσω.
Στο www.ellines.com είναι εντυπωσιακό να βλέπεις όλους αυτούς τους Έλληνες να τα καταφέρνουν και να θριαμβεύουν διεθνώς. Ας ελπίσουμε ότι οι επιτυχίες τους θα βοηθήσουν στο μέγιστο και την πατρίδα τους.
Μετά από μια καριέρα στις δημόσιες σχέσεις και στη δημοσιογραφία, η Victoria Hislop ντεμπουτάρισε στα Γράμματα σαν «φαινόμενο» – τουλάχιστον εκδοτικό. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το νησί», που κυκλοφόρησε το 2005 έγινε best-seller τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, μεταφράστηκε σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες και υπήρξε η «πρώτη ύλη» για μια από τις καλύτερες και πιο επιτυχημένες ελληνικές τηλεοπτικές παραγωγές που έχουν γίνει ποτέ. Στο καινούριο της μυθιστόρημα – το τρίτο- «Το νήμα», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον περασμένο Οκτώβριο (εκδ. Διόπτρα), η Hislop μεταφέρει τους αναγνώστες της και πάλι στην Ελλάδα – αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη. Αυτή ήταν η αφορμή για να μιλήσει στο iCook Greek, για τα βιβλία, τη ζωή της και αυτή τη χώρα που κάνει την καρδιά της να χτυπάει «πιο γρήγορα»…
Η πρώτη επαφή της Victoria Hislop με την πόλη της Θεσσαλονίκης έγινε όταν η συγγραφέας επισκέφτηκε την πόλη για να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο για το πρώτο της βιβλίο, «Το νησί». Σήμερα, η ίδια ομολογεί πως εμπνεύστηκε «Το νήμα» διαβάζοντας για την ανταλλαγή πληθυσμών και αντιλαμβανόμενη την τεράστια επίδραση που είχε αυτή στην Ελλάδα. Στο βιβλίο, μέσα από την προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών, της Κατερίνας Σαράφογλου που ήρθε στη Θεσσαλονίκη από τη Σμύρνη κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πληθυσμών και ενός από τους νέους της γείτονες, του Δημήτρη Κομνηνού, γιου ενός πλούσιου εμπόρου, η συγγραφέας ξετυλίγει το νήμα της πολυτάραχης ιστορίας της πόλης και των κατοίκων της στον 20ό αιώνα, μέσα από τρεις διαφορετικές γενιές.
Αλήθεια, τι ρόλο παίζει η συγγραφή στη ζωή σας ;
Τι φιλοσοφική ερώτηση… Για μένα η συγγραφή είναι κυρίως μια μορφή προσωπικής έκφρασης. Αν μπορώ να περιγράψω με λόγια αυτό που νιώθω, είναι μια βαθιά ικανοποίηση. Για μένα η συγγραφή είναι περισσότερο μια συναισθηματική παρά διανοητική μορφή άσκησης.
Το τελευταίο σας βιβλίο τιτλοφορείται «Το νήμα». Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο τίτλο;
Ο τίτλος έχει τρεις πτυχές. Όταν διάβαζα αρχικά για τη Θεσσαλονίκη -όπου διαδραματίζεται αυτό το μυθιστόρημα- διάβασα ότι η πόλη υπήρξε το κέντρο ραπτικής στολών του στρατού για τους πολυάριθμους άνδρες που υπηρετούσαν στις αρχές του 20ού αι. Επίσης, ήταν και κέντρο της μόδας. Σε μια περίοδο που τόσοι πολλοί άνδρες είχαν πεθάνει στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας, οι κεντρικοί γυναικείοι χαρακτήρες μου χρειάζονταν έναν τρόπο να επιβιώσουν και να είναι οικονομικά ανεξάρτητες, οπότε το ράψιμο και η υφαντική τούς παρείχαν αυτή τη δυνατότητα. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο, το «νήμα» είναι ο τρόπος επιβίωσής τους και η διαδρομή τους προς την ανεξαρτησία – και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή της ιστορίας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πιστεύω ότι υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τα γεγονότα της ιστορίας, ότι κάθε «επεισόδιο» συνδέεται τόσο με το παρελθόν όσο και με το μέλλον. Νομίζω ότι είναι εύκολο να το δει κανείς αυτό στην ιστορία του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, όπου κυριολεκτικά η μια «καταστροφή» φαίνεται πως οδηγούσε σε μια άλλη. Σε ένα τρίτο επίπεδο -που έχει νόημα πολύ περισσότερο μεταφρασμένο στα ελληνικά, παρά στα αγγλικά- είναι το νήμα που γνέθεται, μετριέται και μετά κόβεται από τις τρείς Μοίρες της μυθολογίας. Οπότε το νήμα, σε αυτό το επίπεδο, είναι η μοίρα.
Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας, σε αυτό το βιβλίο, που απολαύσατε ιδιαίτερα τη δημιουργία του;
Δεν νομίζω. Ευχαριστήθηκα τη δημιουργία όλων των χαρακτήρων, είτε είναι καλοί, όπως η Ευγενία, είτε με σοβαρά ελαττώματα, όπως ο Κωνσταντίνος Κομνηνός. Ένας από τους αγαπημένους μου χαρακτήρες είναι ο άνθρωπος στο ταχυδρομείο, τον οποίο βλέπουμε μόνο για μερικές σελίδες – παρ’ όλα αυτά, μου ήταν πολύ συμπαθής και με γοήτευσε. Έχει τη δική του ιστορία, που δεν έχει ειπωθεί.
Με ποιο αίσθημα επιδιώκετε να αφήσετε τους αναγνώστες σας στο φινάλε;
Με το αίσθημα της αισιοδοξίας. Με την αίσθηση ότι σε κάθε τέλος υπάρχει μια αρχή, μια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα.
Το πρώτο σας βραβευμένο μυθιστόρημα, «Το νησί», μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη ως τηλεοπτική σειρά με ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία. Θα θέλατε να έχει και «Το νήμα» την ίδια τύχη;
Ναι, αυτό θα ήταν υπέροχο, ειδικά αν το αναλάμβανε η ίδια εκπληκτική ομάδα που παρήγαγε «Το νησί». Το Mega Channel έκανε μια πραγματικά υπέροχη δουλειά στη σειρά «Το νησί», κανείς δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα. Οπότε ναι, είναι ένα όνειρο…
Αν κλείνατε τώρα τα μάτια σας και φέρνατε στο μυαλό σας τη Θεσσαλονίκη, ποιες είναι οι πρώτες εικόνες που θα «βλέπατε»;
Τη θάλασσα τελείως επίπεδη, «λάδι» όπως λέμε, με τον Όλυμπο να εμφανίζεται στην άλλη πλευρά του κόλπου μέσα από την ομίχλη.
Όταν γράφετε, πώς είναι μια τυπική μέρα σας;
Δεν υπάρχει τυπική μέρα, αλλά όλες ξεκινάνε με έναν καπουτσίνο! Πολλές από αυτές τις περνάω σε κάποια βιβλιοθήκη του Λονδίνου (όπου κάνω το μεγαλύτερο κομμάτι της έρευνάς μου και της συγγραφής) και όσες περισσότερες μέρες γίνεται τις περνάω στην Ελλάδα, όπου καμία μέρα δεν είναι ίδια με την άλλη.
Έχετε δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο δεσμό με την Ελλάδα. Τι σας κάνει να αισθάνεστε ευπρόσδεκτη σε αυτή τη χώρα;
Τι, αλήθεια; Πραγματικά, μακάρι να μπορούσα να το ορίσω. Απλά, όταν βγαίνω από το αεροπλάνο, νιώθω σαν να γυρίζω σπίτι μου. Είναι κάτι ανεξήγητο, απροσδιόριστο, αλλά πολύ πολύ πραγματικό. Η καρδιά μου χτυπάει πιο γρήγορα όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα.
Έχετε δηλώσει «εθισμένη» στα μαθήματα ελληνικών που κάνετε. Μέχρι στιγμής, ποια είναι η αγαπημένη σας ελληνική λέξη και γιατί; Η λέξη «ζαχαροπλαστείο» – ακούγεται υπέροχα όταν την προφέρεις και, επίσης, έχει τόσο όμορφη έννοια. Ήταν μια από τις πρώτες λέξεις που ανακάλυψα. Είναι σαν ποίηση.
Σε ένα από τα πρόσφατα άρθρα σας που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Telegraph, αναφερθήκατε στη «μαζική μόδα» και στη σημασία τού να φτιάχνεις ο ίδιος τα ρούχα σου.Σας αρέσει να φτιάχνετε τα δικά σας ρούχα αυτή την περίοδο; Τι άλλο σας αρέσει να κάνετε στον ελεύθερο χρόνο σας;
Δεν φτιάχνω η ίδια τα ρούχα μου αυτό τον καιρό, αλλά αγαπώ το ράψιμο. Είναι μια διαδικασία γαλήνια και διαχρονική. Αυτή την περίοδο, δε μπορώ να πω ότι χωρίζω τη ζωή μου σε δουλειά και ελεύθερο χρόνο, δεν είμαι σίγουρη πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο. Η «δουλειά» μου, αν πρέπει να την πω έτσι, περιλαμβάνει πολύ διάβασμα και ταξίδια – αυτά είναι τα δύο πράγματα που μου αρέσει περισσότερο να κάνω. Στη ζωή μου, η δουλειά και η ευχαρίστηση, ο ελεύθερος χρόνος, μπλέκονται αρκετά.
Η χώρα μας παραδοσιακά είχε ένα πολύ ισχυρό brand, βασισμένο στην ανυπέρβλητη κληρονομιά των προγόνων της. Το 2009 ήταν στη 14η θέση ως παγκόσμιο brand χώρας και υποχώρησε στην 22η το 2010. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε οριακό σημείο αποδυναμωμένη από την οικονομική κρίση και προσπαθεί να βρει μια νέα ταυτότητα, με την εφαρμογή ενός φιλόδοξου και πολύ σκληρού προγράμματος ανόρθωσης της οικονομίας και αλλαγής της κουλτούρας και των θεσμών που τη διαμόρφωσαν μεταπολιτευτικά. Ομιλία του Peter Economides στα πλαίσια του 11ου Διεθνούς Συνεδρίου “ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ” της ΕΕΔΕ στη Θεσσαλονίκη
We use cookies on our website to give you the most relevant experience by remembering your preferences and repeat visits. By clicking “Accept All”, you consent to the use of ALL the cookies. However, you may visit "Cookie Settings" to provide a controlled consent.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.