‘The Island’ is a historical novel that follows the lives of three generations of a family on the beautiful Greek island of Spinalonga, a former leper colony. Hislop’s vivid descriptions and rich storytelling capture the essence of the Greek landscape, culture, and way of life. Through her evocative prose, Hislop immerses readers in the beauty of the island, its traditions, and the struggles faced by its inhabitants.
Η Βικτόρια Χίσλοπ ενώθηκε με τους διαδηλωτές που συγκεντρώθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο την Κυριακή για να ζητήσουν την επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα με την Ελλάδα, καθώς η διεθνής υποστήριξη αυξάνεται για επίλυση της πολιτιστικής διαμάχης πολλών δεκαετιών.
Η διαμαρτυρία οργανώθηκε από την ομάδα υπεράσπισης της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα (BCRPM) και σηματοδότησε τη 13η επέτειο από τα εγκαίνια του Μουσείου της Ακρόπολης στην Αθήνα.
Ακτιβιστές άνοιξαν ελληνικές σημαίες και ένα πανό που έγραφε «Επανενώστε τα Μάρμαρα!» εντός του μουσείου, ενώ η Αγγλίδα συγγραφέας και επίτιμη Ελληνίδα πολίτης Victoria Hislop παρουσίασε μια τούρτα με τους αριθμούς «1» και «3». Τα αγάλματα του 5ου αιώνα π.Χ. κρατούνται στα βρετανικά ιδρύματα από το 1816, αφού αφαιρέθηκαν από την πρόσοψη της Ακρόπολης υπό τη διεύθυνση του Σκωτσέζου ευγενή Λόρδου Έλγιν.
Η αίσθηση τόσο μέσα από την οθόνη του υπολογιστή όσο από κοντά είναι πάντα η ίδια. Η Βικτόρια Χίσλοπ εκπέμπει μια ζεστασιά. Το ραντεβού για τη συνέντευξη πραγματοποιήθηκε μέσω zoom. H πολιτογραφημένη τιμητικά Ελληνίδα συγγραφέας βρίσκεται στο καταφύγιο της στον Άγιο Νικόλαο, στην Κρήτη. Είχαμε συναντηθεί πριν από λίγους μήνες στους Δελφούς, στο πλαίσιο μας συζήτησης για την «εκμάθηση της ιστορίας ως παράγωγο του λογοτεχνικού κειμένου». Τότε άρχισαν να σκέφτομαι τη Βικτόρια Χίσλοπ διαφορετικά, σαν να συνειδητοποίησα ξαφνικά πως μέσα από τους ήρωες της μας κάνει να συμφιλιωνόμαστε με τις τραυματικές μας εμπειρίες. Ίσως γιατί βουτά στην ιστορία και τη μελετά αγγίζοντας κομμάτια της που οι περισσότεροι δεν θέλουν να δουν. Το βιβλίο της “Όσοι αγαπιούνται” (εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ») είναι ένα ενδεικτικό. Όπως και ο “Γυρισμός”. Ίσως γιατί ο τόπος είναι για εκείνη ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας που έχει να πει τις δικές του ιστορίες. Όπως και οι άνθρωποι. Από το “Νησί” μέχρι το “Μια Νύχτα του Αυγούστου” που θα δούμε σε λίγες εβδομάδες να ζωντανεύει στις μικρές μας οθόνες.
– Από τη συνάντηση μας στους Δελφούς και μετά, κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο σκέφτομαι με πόσους διαφορετικούς τρόπους η λογοτεχνία μας βοηθά στο να υπερβούμε τα τραύματα μας. Με ποιο βιβλίο σας έχει συμβεί;
Όταν διάβασα το “Second Place” της Rachel Cusk, κατάλαβα για πρώτη φορά κάτι για τη σχέση με την κόρη μου. Της έστειλα τις σελίδες και της είπα πως τώρα καταλαβαίνω γιατί ήταν έτσι στην εφηβεία της. Αυτό το βιβλίο, από το πουθενά, με βοήθησε. Ένιωσα ξαφνικά πως δεν είμαι μόνη.
– Τι σας έκανε να ξεκινήσετε να γράφετε και τι σας μεταμόρφωσε από δημοσιογράφο σε συγγραφέα;
Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά μου, ήμουν στις δημόσιες σχέσεις και έπρεπε να σταματήσω γιατί στο Λονδίνο σε αυτό τον τομέα δουλεύεις πάνω από 10 ώρες. Τότε άρχισα να γράφω άρθρα με θέμα τα παιδιά, την εκπαίδευση και τα ταξίδια. Συνέχισα να γράφω περισσότερο για ταξίδια γιατί ήταν πιο δημιουργικό. Είχα την ευκαιρία να φεύγω από το σπίτι και να ταξιδεύω στη Ν. Αμερική, στην Κίνα, στην Ινδία, στην Αυστραλία και πλέον μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη φαντασία μου. Και έτσι ήρθε το “Νησί”. Ξαφνικά ήμουν συγγραφέας.
– Ανακαλύψατε δηλαδή για πρώτη φορά πως αγαπάτε το γράψιμο ταξιδεύοντας;
Ναι. Γιατί ένα τόπος είναι ένας χαρακτήρας. Η Σπιναλόγκα είναι ένας χαρακτήρας. Η Γρανάδα, η Αμμόχωστος, η Θεσσαλονίκη είναι χαρακτήρες. Κάθε μέρος έχει ατμόσφαιρα και ιστορίες να πει όπως οι άνθρωποι.
Φωτ.: Bill Waters
– Ξαφνικά λοιπόν γίνεστε συγγραφέας αλλά όχι μια οποιαδήποτε συγγραφέας. Ζείτε από τη γραφή, τα βιβλία σας μεταφράζονται σε δεκάδες γλώσσες και πουλούν εκατομμύρια αντίτυπα. Το είχατε ποτέ φανταστεί;
Δεν το φαντάστηκα ποτέ γιατί η Σπιναλόγκα δεν ήταν ένα εμπορικό θέμα. Είχα καταλάβει όμως πως όταν γράφεις κάτι πρέπει να το γράψεις για τον εαυτό σου και όχι για τα χρήματα ή για τους άλλους. Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα έχω κίνητρο να αφηγηθώ την ιστορία σε μένα. Ούτε εγώ ξέρω τι θα γίνει. Όπως αυτό που γράφω τώρα.
– Τι είδους ιστορία γράφετε τώρα;
Δεν μιλώ ποτέ για το επόμενο γιατί δεν ξέρω ακόμα αν θα το αγαπήσουν οι άλλοι. (χαμογελά)
– Μπορείτε να μας πείτε αν είναι και πάλι για την Ελλάδα;
Είναι πάντα για την Ελλάδα. (γελά) Εκτός από το “Γυρισμό” που ήταν για την Ισπανία.
– Ούτε ο εκδότης σας είχε φανταστεί το μέγεθος της επιτυχίας;
Καθόλου! Νομίζω το μέρος έχει την απάντηση για την επιτυχία. Η Σπιναλόγκα. Έχετε πάει;
– Δυστυχώς όχι. Τι σας τράβηξε σε αυτό το νησί;
Ήμασταν στην Κρήτη με τα παιδιά για διακοπές. Ήταν το 2001. Τα παιδιά δεν ήθελαν τόσο να επισκεφτούν αρχαιολογικά μέρη. Η Σπιναλόγκα ήταν εκεί κοντά μας και η ιστορία της δεν ήταν κάτι μακρινό. Τα παιδιά μου τότε ήταν 8 και 10 ετών κα σήμερα είναι 28 και 30. Το θυμούνται ακόμα.
Φωτ.: Bill Waters
– Η Αγγλία δεν είχε ποτέ κάποια ιστορία για να σας συγκινήσει και να την κάνετε μυθιστόρημα;
Όχι, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί είμαι πολύ κοντά για να βρω κάτι ενδιαφέρον. Η έμπνευση έρχεται από τον τόπο που επισκέπτομαι.
– Ποιο είναι το αγαπημένο σας μέρος στην Αθήνα;
Στην Αθήνα νοικιάζω ένα διαμέρισμα στα Πατήσια. Έχει μια πλατεία εκεί που αγαπάω πολύ.
– Στο βιβλίο σας “Μια νύχτα του Αυγούστου”, που πλέον γίνεται και σίριαλ, ο Γιάννης Στάνκογλου υποδύεται τον Ανδρέα Βανδουλάκη. Θέλετε να έχετε λόγο για τους συντελεστές μιας σειράς που βασίζεται σε βιβλίο σας;
Είναι πολύ σημαντικό για μένα που έχω δημιουργήσει τους χαρακτήρες να έχω λόγο ποιος θα τον υποδυθεί. Είμαστε πολύ τυχεροί που μπορέσαμε να βρούμε τον Στάνκογλου ξανά. Για τους χαρακτήρες που δημιουργώ, ναι, λέω ποιους ηθοποιούς θέλω.
– Σε αυτό το βιβλίο καταπιάνεστε με ένα θέμα που απασχολεί τους τελευταίους μήνες πολύ την Ελλάδα, μια γυναικοκτονία. Δεδομένου πως τα βιβλία λειτουργούν σαν καθρέφτες και ο καθένας μας βλέπει ότι έχει μέσα του τι feedback λάβατε;
Για τον Ανδρέα που σκοτώνει τη γυναίκα του υπάρχει κάθαρση. Περνά χρόνια στη φυλακή και μετανιώνει. Με ενδιαφέρει πώς οι άνθρωποι να βρίσκουν κάθαρση μετά το κακό. Ο κάθε αναγνώστης που διαβάζει ένα βιβλίο μπορεί να κάνει τόσες διαφορετικές ερμηνείες σαν να πρόκειται για εκατομμύρια διαφορετικά βιβλία
– Αυτό που λέει, δηλαδή, και ο Ταρκόφσκι. Ένα βιβλίο διαβασμένο από χίλιους διαφορετικούς ανθρώπους είναι χίλια διαφορετικά βιβλία. Το έχετε νιώσει να συμβαίνει και με το “Όσοι αγαπιούνται”;
Μου έλεγαν να μην κάνω ένα βιβλίο για τον εμφύλιο. Για μένα αυτό ήταν πρόκληση και πρόσκληση. Όταν μου λένε να μην κάνω κάτι χωρίς έναν καλό λόγο, είναι σαν να μου λένε να το κάνω. Είμαι ευτυχισμένη που το έκανα γιατί έτσι κατάλαβα γιατί η Ελλάδα είναι όπως είναι, γιατί σκέφτονται έτσι οι άνθρωποι, γιατί κάποια πράγματα δεν αλλάζουν.
– Γιατί λοιπόν;
Ακόμα ψάχνω την απάντηση. (χαμογελά) Ίσως ο εμφύλιος να είναι μια απάντηση.
– Έχουμε συνεπώς αρκετά κοινά με τους Ισπανούς;
Ναι, αρκετά κοινά. Κατά τη γνώμη μου ο εμφύλιος στην Ελλάδα ήταν χειρότερος γιατί ξεκίνησε ακριβώς μετά την κατοχή και η χώρα ήταν γονατισμένη, χωρίς χρήματα και συνεχίστηκε με κάποιο τρόπο για πολλά χρόνια αφού τελείωσε. Για την Ισπανία ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Χάρη στον εμφύλιο η Ισπανία δεν έζησε το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Φωτ.: Bill Waters
– Τελικά λοιπόν “Όσοι αγαπιούνται” τα καταφέρνουν ;
Ξέρετε πως ο τίτλος είναι από ένα ποίημα του Ρίτσου; Από τον Επιτάφιο: Νομίζω πως ναι, όσοι αγαπιούνται, δεν ξεχνιούνται. Ακόμα και όταν πεθαίνουν. Υπάρχει αθανασία. Άρα ναι, τα καταφέρνουν.
– Τα καταφέρνουν ακόμα και οι άνθρωποι που αγαπιούνται αλλά έχουν αντίθετες ιδέες, διαφορετικές ιδεολογίες;
Δεν νομίζω. Είναι πολύ δύσκολο δυο τέτοιοι άνθρωποι να ζήσουν μαζί. Αν η ιδεολογία είναι σημαντική αυτό δεν γίνεται. Δεν θα μπορούσα να μείνω με κάποιον που είναι υπέρ του Brexit ούτε με κάποιον που αγαπάει τον Τραμπ αν ήμουν στην Αμερική.
– Άρα οι ιδέες, πάντα, θα μας χωρίζουν;
Δυστυχώς. Για μένα ήταν τόσο βασικό το Brexit που δεν θα άντεχα να ζω με κάποιον που το πιστεύει και το στηρίζει. Έκλαψα πάρα πολύ με το Brexit. Αν είχα μόνο ένα εισιτήριο, θα επέλεγα να είμαι στην Ελλάδα και όχι στην Αγγλία.
Γι’ αυτό ήταν τόσο σημαντικό για εσάς το γεγονός πως γίνατε και επισήμως Ελληνίδα; Έχετε πει πως όταν σας ανακοινώθηκε αυτό το «δώρο» πάψατε από τη χαρά σας να τρώτε για μερικές ώρες. Νιώθετε πως λείπει κάτι από τη βρετανική σας ταυτότητα και αναπληρώθηκε από την ελληνική;
Ίσως ναι. Ένιωθα ήδη Ελληνίδα. Αλλά τώρα νιώθω πιο πολύ. Παρόλο που δεν έχω ιστορία και παππούδες εδώ. Τα τελευταία χρόνια ντρέπομαι για τη βρετανική μου ταυτότητα. Κάποτε ήμουν περήφανη, Μετά τον Τζόνσον, ο οποίος δεν είναι ένας σοβαρός άνθρωπος, ντρέπομαι. Οι φίλοι μου ζηλεύουν με την καλή έννοια που έχω το κόκκινο διαβατήριο. Μου λένε πως είμαι τόσο τυχερή που είμαι Ευρωπαία. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς που είμαστε ένα νησί να έχουμε την ευρωπαϊκή οικογένεια.
– Με ποια ηρωίδα σας έχετε ταυτιστεί περισσότερο;
Ήμουν πιο κοντά με την Κατερίνα στο Νήμα. Μου έλειπε πάρα πολύ όταν τελείωσα το βιβλίο… Η Κατερίνα είναι απλή. Είναι μοδίστρα. Όταν ήμουν έφηβη για δέκα χρόνια έφτιαχνα τα δικά μου ρούχα.
– Σε μια παλιότερη συνέντευξη σας έχετε πει όσοι δεν έχουν πληγές, δεν έχουν ζωή και πως ενδεχομένως δεν θα είχατε γράψει όλα όσα έχετε γράψει αν δεν είχατε τη δική σας τραυματική ιστορία. Αναφερόσασταν στον πατέρα σας. Καταφέρατε να τον καταλάβετε καλύτερα μέσα από τη γραφή και ενδεχομένως να τον συγχωρήσετε;
Ναι, μπορεί. Για το συγγραφέα η γραφή είναι σαν θεραπεία. Μπορεί να δει τη ζωή του από διαφορετικές πλευρές. Όταν μεγάλωνα πονούσα που δεν είχα καλή σχέση με τον πατέρα μου. Τώρα που είμαι εγώ γονιός πονάω για τον πατέρα μου γιατί δεν είχε τη σχέση αυτή με τα παιδιά του.
Το νησί της Μαρίας είναι η Κρήτη, είναι και η Σπιναλόγκα, που φιλοξενούσε την αποικία των λεπρών. Η Ρίτα, που ζει στο Λονδίνο, επισκέπτεται τα καλοκαίρια την κρητικιά γιαγιά της. Σε μια επίσκεψή της μαθαίνει την αποσιωπημένη ιστορία της προγιαγιάς της, η οποία αποχωρίστηκε μητέρα και αδελφικό φίλο, νόσησε η ίδια και βρήκε την αγάπη, το θάρρος και τη δύναμη να προσπαθήσει να γιατρέψει τους αλλοτινούς συντρόφους της στο νησί.
Όταν πήρα Το νησί της Μαρίας, το παιδικό μυθιστόρημα της Βικτώρια Χίσλοπ, ομολογώ ότι μου χτύπησαν καμπανάκια. Ακόμα μια μεταγραφή σε παιδικό ενός επιτυχημένου μυθιστορήματος για ενηλίκους; Περίληψη του πρωτότυπου ή αυτοτελές μυθιστόρημα;
Άλλωστε, η Χίσλοπ δεν είναι η μοναδική που το επιχείρησε. Το έκαναν η Διδω Σωτηρίου με το Μέσα στις φλόγες, η Σώτη Τριανταφύλλου με το Αφρικανικό ημερολόγιο (Πατάκης, 2008), ο Γιάννης Καλπούζος με το Ιμαρέτ, Οι δύο φίλοι και ο παππούς Ισμαήλ (Ψυχογιός, 2015), και αρκετοί ακόμα.
Δεν έχω διαβάσει Το Νησί (2007), ούτε έχω δει την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά. Και για να πω την αλήθεια, δεν μου λείπουν, γιατί αυτό που διάβασα στέκεται περίφημα!
Είναι το δεύτερο αγαπημένο μου βιβλίο της VictorIia Hislop, μετά «Το νησί» κι αυτήν τη φορά η ματιά της σημαντικής συγγραφέως στρέφεται στα συναισθήματα των προσφύγων της Μικράς Ασίας, στην καταστροφή της Σμύρνης του 1922 κι αυτά τα εμπλουτίζει με τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917 (και όχι μόνο), το εβραϊκό πογκρόμ, τη δικτατορία του 1967, δημιουργώντας έτσι ένα μεστό, υπέροχο ρομαντικό και κοινωνικό μυθιστόρημα. τόσο καλά μελετημένο και ψαγμένο που η ιστορία ντύνεται με ρεαλισμό και ολοζώντανες σκηνές γεμάτες συναίσθημα. Η Hislop παρουσιάζει τους ήρωές της ως σύνθετες προσωπικότητες, τους εξελίσσει και τους κάνει να ανελίσσονται, μας τους περιγράφει και συμπάσχει μαζί τους, ακολουθεί και παρίσταται, κλαίει και θλίβεται, γελάει και απολαμβάνει. Άλλωστε, όπως γράφει και η ίδια στον πρόλογο της νέας έκδοσης: «Δε χρειαζόταν να φανταστώ πραγματικά γεγονότα. Η πόλη ήταν γεμάτη με τέτοιες στιγμές» (σελ. 13).
Το βιβλίο αφορά τον έρωτα του Δημήτρη και της Κατερίνας. Αυτός γιος πλούσιο εμπόρου κι αυτή προσφυγοπούλα από τη Σμύρνη και φημισμένη κεντήστρα. Η ιστορία όμως ξεκινάει από την οικογένεια Κομνηνού: ο Κωνσταντίνος είναι πλούσιος υφασματέμπορος, με μεγάλη και σημαντική περιουσία, αυστηρός απέναντι στη γυναίκα του, προσκυνάει το χρήμα, δε σταματά μπροστά σε τίποτα για να αβγατίσει την περιουσία του. Η πυρκαγιά του 1917 καταστρέφει το αρχοντικό τους και η Όλγα καταφεύγει στο πατρικό της στην Άνω Πόλη ώσπου να ξαναχτιστεί το σπίτι. Εκεί, στο σπίτι της οδού Ειρήνης, η Όλγα και ο γιος της συναναστρέφονται μεταξύ άλλων μια επιφανή οικογένεια Εβραίων ραφτών, τους Μορένο, που με την απαράμιλλη τέχνη και την τεχνική τους γίνονται ανάρπαστοι στα αριστοκρατικά και όχι μόνο σαλόνια της Θεσσαλονίκης. Οι Κομνηνοί, οι Μορένο, η Κατερίνα γίνονται κλωστές από το νήμα που ενώνει τις ζωές των ηρώων μας. Δεν έχουμε όμως μια επίπεδη, ανούσια αφήγηση: ο έρωτας που ανθίζει ανάμεσα στον Δημήτρη και την Κατερίνα είναι όλο εμπόδια, μιας και ο επαναστάτης Δημήτρης, ακολουθώντας το ρεύμα των γεγονότων συντάσσεται με τους κομμουνιστές και ζει πολλά ενώ η Κατερίνα εργάζεται στους Μορένο κι η ανασφάλειά της την οδηγεί σε λάθος επιλογές.
Καλογραμμένο, μεστό, ρέον, γρήγορο, ανθρώπινο, ανατρεπτικό, δεν το άφηνα από τα χέρια μου. Θα μπορούσε να είναι άλλη μια ιστορία αγάπης με εμπόδια και αγώνες, ανατροπές και μυστικά αλλά η αναλυτική και λεπτομερής ιστορία της Θεσσαλονίκης από την πυρκαγιά του 1917 έως τον σεισμό του 1978 μέσα από τα μάτια ενός σύγχρονου Ρωμαίου και μιας σύγχρονης Ιουλιέτας δίνεται με τέτοιο τρόπο που καθρεφτίζει τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που υφίστανται η πόλη και οι κάτοικοί της στο πέρασμα του χρόνου. Η συγγραφέας διάλεξε σωστούς χαρακτήρες για να πλάσει το έργο της, ανθρώπους που μεγάλωναν και εξελίσσονταν καθώς προχωρούσε η ανάγνωση. Ο παραδόπιστος έμπορος Κωνσταντίνος Κομνηνός, ο Δημήτρης, που δεν ασπάζεται τα πιστεύω του κομμουνισμού αλλά βρίσκει εκεί διέξοδο για να παλέψει για την πατρίδα του, δεινοπαθεί και μαρτυρεί στα χέρια του επίσημου κράτους, η οικογένεια Μορένο που κέρδισε μεγάλη συμπάθεια από μεριάς μου κι η Κατερίνα…αχ, η Κατερίνα… Και παράλληλα με τους βασικούς ήρωες έχουμε ένα πολύβουο μελίσσι δευτερευόντων (;) ηρώων που σχηματίζουν ένα όμορφο, καλογραμμένο και ολοκληρωμένο κείμενο. Πολύ δυνατές οι περιγραφές των συνθηκών της Κατοχής (και όχι μόνον αυτές) και ο τρόπος που έσωσαν οι εβραϊκές αρχές πολύτιμα κειμήλια των συναγωγών τους από τα αδηφάγα χέρια των Γερμανών. Κι όσο ξεδιπλώνονταν μπροστά μου αυτές οι ιστορίες, τόσο διαπίστωνα με ολοένα μεγαλύτερη λύπη πως παραμένουν επίκαιρες όσο ποτέ στην εποχή μας, με τα κύματα προσφύγων να προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στη χώρα μας και αλλού, με τον πόλεμο, σαν αυτόν του 1922, να είναι πάνω από τα κεφάλια δικαίων και αδίκων, με την άνοδο του αντισημιτισμού και του ναζισμού, κι όλα αυτά κάνουν το μυθιστόρημα να παραλληλίζεται με τα δυσάρεστα γεγονότα που βιώνουμε εκατό χρόνια μετά το 1922 και ογδόντα μετά το 1940. Για άλλη μια φορά δε μαθαίνουμε από τα λάθη της Ιστορίας.
Το χρυσό νήμα της μοίρας δένει ανθρώπους, καταστάσεις, γεγονότα, εποχές πάνω στο κέντημα της ελληνικής (και όχι μόνο) Ιστορίας. Η υφάντρα Vicoria Hislop δίνει τον καλύτερό της εαυτό και χαρίζει ένα τρυφερό και σκληρό, ανατρεπτικό και πλούσιο μυθιστόρημα αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη και στις άγνωστες ιστορίες ανθρώπων που παρασύρθηκαν από τον χρόνο.
Σήμερα γιορτάζουμε μια ιστορική επέτειο για τη χώρα μας, την πτώση της Χούντας και τη σταδιακή επάνοδο στο δημοκρατικό πολίτευμα. Ας θυμηθούμε τα κύρια γεγονότα: Η Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1967 μέχρι τον Ιούλιο του 1974 κυβερνήθηκε από τη «Δικτατορία της 21ης Απριλίου». Η περίοδος της δικτατορικής διακυβέρνησης διήρκεσε μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974 και για τον λόγο αυτό αποκαλείται «επταετία». Στη διάρκειά της σχηματίστηκαν τέσσερις κυβερνήσεις: η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη, η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου. Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 και τη βίαιη καταστολή της, ένα νέο πραξικόπημα υπό τον Δημήτριο Ιωαννίδη ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο.
Η περίοδος της δικτατορίας τελείωσε όταν η Χούντα του Ιωαννίδη «κατέρρευσε» στις 24 Ιουλίου του 1974 –παρόλο που η στρατιωτική ηγεσία παρέμεινε στη θέση της σχεδόν μέχρι το τέλος του έτους– κάτω από το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, που ξεκίνησε τέσσερις ημέρες νωρίτερα, στις 20 Ιουλίου. Η Χούντα και οι άνθρωποί της στην Κύπρο, οι οποίοι είχαν προχωρήσει σε πραξικοπηματική ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου, αιφνιδιασμένοι από την τουρκική συμπεριφορά ουσιαστικά δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Το αποτέλεσμα ήταν η κατάληψη του 40% των εδαφών του νησιού (3% με την επιχείρηση «Αττίλας Ι» και σχεδόν το μισό νησί με τον «Αττίλας II»).
Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης προσκάλεσε από το εξωτερικό και διόρισε πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που έφτασε την 24η Ιουλίου στην Αθήνα με το προεδρικό αεροπλάνο της γαλλικής Προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεση του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν και σχημάτισε τη λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας για να δρομολογήσει την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Ας αναβιώσουμε όμως τις στιγμές αυτές μυθιστορηματικά, μέσα από τα βιβλία μας.
We use cookies on our website to give you the most relevant experience by remembering your preferences and repeat visits. By clicking “Accept All”, you consent to the use of ALL the cookies. However, you may visit "Cookie Settings" to provide a controlled consent.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.