Nit
Solun, 1917.
Solun, 2007.
– Spectator
Solun, 1917.
Από τη Σπιναλόγκα στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργης και η οικογένειά του στο «Νησί» ευελπιστούν να δώσουν τη τηλεοπτική σκυτάλη -ύστερα από δύο χρόνια- σε μια συγκλονιστική ιστορία πίστης και αγάπης, το «Νήμα», η οποία ξετυλίγεται στη Θεσσαλονίκη του 1927. Δύο χρόνια μετά την προβολή της επιτυχημένης σειράς του Mega, που μάγεψε χιλιάδες τηλεθεατές και στο εξωτερικό, η Βικτόρια Χίσλοπ και ο σκηνοθέτης Θοδωρής Παπαδουλάκης, όπως όλα δείχνουν, ετοιμάζονται να φέρουν μία ακόμη φορά τα πάνω κάτω στην ελληνική τηλεόραση με «Το Νήμα». Πρόκειται για το δεύτερο best seller της πετυχημένης συγγραφέα με φόντο -και πάλι- την Ελλάδα, που κυκλοφόρησε μόλις πέρυσι.
Η δημιουργός της ιστορίας πριν από αρκετό καιρό είχε δηλώσει μάλιστα ότι «θα ήταν θαυμάσιο αν και “Το Νήμα” γυριζόταν για την ελληνική τηλεόραση, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι η οικονομική κρίση στην Ελλάδα θα είχε τελειώσει». Οπως είχε τονίσει: «Δεν νομίζω ότι σήμερα κάποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να κάνει κάτι τέτοιο. Αν όμως την είχε, θα μπορούσε να μεταφερθεί στην τηλεόραση, όμως θα επρόκειτο για μεγαλύτερη παραγωγή από “Το Νησί”, αφού διαδραματίζεται σε μια μεγάλη πόλη».
Η οικονομική κρίση φρενάρει -προς το παρόν- ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο σχέδιο, ωστόσο ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης του «Νησιού», όπως αποκάλυψε στο «TV BOX», έχει ενθουσιαστεί με το ενδεχόμενο να κάτσει και πάλι πίσω από την κάμερα. «Η ιδέα μάς έχει ξεσηκώσει και θεωρούμε με τη Βικτόρια ότι ιδανικό για τη σειρά θα είναι να γίνει μια συμπαραγωγή από την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ισραήλ. Στο καστ δεν έχουμε φτάσει ακόμα, είναι πολύ νωρίς. Ωστόσο έχω στο μυαλό μου μια σειρά από σπουδαίους Ελληνες ηθοποιούς που κατάγονται από την Κωνσταντινούπολη οι οποίοι θα μπορούσαν να υποδυθούν άψογα τους χαρακτήρες του βιβλίου», αναφέρει ο χαρακτηριστικά. Οπως και στο «Νησί», έτσι και στο «Νήμα» πρωταγωνιστές είναι ο έρωτας και το δράμα. Πρόκειται για την ιστορία μιας γυναίκας κι ενός άνδρα οι ζωές των οποίων διασταυρώνονται με φόντο την ιστορία της Θεσσαλονίκης.
Βικτώρια Χίσλοπ: «Η Ελεωνόρα έχει μία εξαιρετική φωνή, είναι η αγαπημένη μου ελληνίδα τραγουδίστρια. Ακούω πολύ μουσική δική της και, όταν είμαι στην Αγγλία, παίζω πάντα μουσική από την Ελλάδα. Με την Ελεωνόρα είναι σαν να είμαι στην Ελλάδα, είναι τόσο συγκινητική! Είναι πολύ ζεστός άνθρωπος και το έμαθα αυτό απόψε από πολύ κοντά, όταν τραγουδήσαμε μαζί. Είναι ζεστή, ευγενική, εξαιρετική!»
Είναι Τετάρτη απόγευμα και, φθάνοντας νωρίς στον όμορφο χώρο του Public Cafe στο Σύνταγμα, έχουμε την τύχη να πάρουμε μια γεύση από το sound check της Ελεωνόρας Ζουγανέλη. Χαμογελαστή και ευδιάθετη, συνομιλεί με τους μουσικούς της, τον Ευριπίδη Ζεμενίδη στην κιθάρα, τον Παρασκευά Κίτσο στο μπάσο και τη Μιγκέν Σελμάνι στο βιολί, ενώ στη σκηνή εναλλάσσονται οι συνθέτες των τραγουδιών της, οι οποίοι τη συνοδεύουν στο πιάνο. Αφορμή για το live που θα ακολουθήσει είναι η απονομή του χρυσού δίσκου για το «Μετακόμιση Τώρα», με το οποίο η Ελεωνόρα θα περιοδεύσει από τον ερχόμενο μήνα και μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου περίπου, σε όλη την Ελλάδα.
Πριν από την απονομή, η ταλαντούχα ερμηνεύτρια υπέγραψε CD για τους θαυμαστές της, οι οποίοι είχαν κατακλύσει τον χώρο, μαζί με σχεδόν όλους τους συνεργάτες του δίσκου. Δεν έλειπαν όμως και οι φίλοι της, μεταξύ των οποίων διακρίναμε τη Νατάσσα Μποφίλιου, τον Πάνο Μουζουράκη, τον Θανάση Αλευρά, τη Βίκυ Καρατζόγλου, τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς Δημήτρη Βραχνό, Ξενοφώντα Ραράκο, Βάσια Ρεντούμη και Χρήστο Παπαμιχάλη, τον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη, καθώς και τη μητέρα της Ελεωνόρας, Ισιδώρα Σιδέρη.
Λίγη ώρα αργότερα, ξεκινά η προβολή ενός βίντεο, με την Ελεωνόρα να μας αποκαλύπτει ιστορίες από τα παρασκήνια της δημιουργίας των τραγουδιών του CD, αλλά και να μας μιλά για την επερχόμενη καλοκαιρινή της περιοδεία.
Η διευθύντρια δημοσίων σχέσεων της Minos EMI-Universal, Κατερίνα Παπαδοπούλου, μας καλωσορίζει στη βραδιά, ενώ η διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, Μαργαρίτα Μάτσα, αναφέρει: «Η Ελεωνόρα είναι το μωρό μας και θα παραμείνει για πάντα, όσο ψηλά κι αν πετάξει! Η κοινή συνισταμένη της επιτυχίας αυτού του δίσκου εντοπίζεται στην εσωτερικότητα στον τρόπο ερμηνείας της, την ειλικρίνεια και την ωριμότητά της. Μάλιστα, η κυκλοφορία του δίσκου παρατεινόταν συνεχώς, αφού συνέπεσε και με τη δική της πραγματική μετακόμιση, αλλά χαλάλι της!»
Η Ελεωνόρα πήρε τον λόγο με μεγάλη χαρά, αναφερόμενη σε μία «Διαδρομή ζωής. Πιστεύω στη δημιουργία, είναι η δύναμή μου. Ευχαριστώ τους συνεργάτες μου που μου έδωσαν τον χρόνο να ωριμάσω όπως άντεχα και δηλώνω ότι χαίρομαι πάρα πολύ που επιτέλους “έκλεψα” τους συνεργάτες της Νατάσσας Μποφίλιου!» Μίλησε επίσης με ιδιαίτερη αγάπη για τον πατέρα της, Γιάννη Ζουγανέλη, ο οποίος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί επειδή είχε παράσταση στη Θεσσαλονίκη. «Μου χάρισε ένα πολύ ωραίο τραγούδι, αλλά για μένα είναι πάνω απ’ όλα ο μπαμπάς μου!»
Ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης διαπίστωσε ότι μετακόμισαν όλοι μαζί, ενώ ο στιχουργός Γεράσιμος Ευαγγελάτος δήλωσε ότι είναι όλοι τους με χαρά και αγάπη δίπλα στην Ελεωνόρα. Η Sunny Μπαλτζή εξέφρασε την επιθυμία της να μιλήσουν τα τραγούδια στην καρδιά του κόσμου και με το χαρακτηριστικό χιούμορ της είπε: «Εύχομαι να καψουρεύομαι συχνά, να με φτύνουνε και να σου γράφω επιτυχίες». «Θέλω χαρούμενο κομμάτι την επόμενη φορά», ανταπέδωσε γελώντας η Ελεωνόρα.
Ο ηθοποιός Μίνως Θεοχάρης την ευχαρίστησε που συμπεριέλαβε το πρώτο τραγούδι που δημοσιοποιεί στον δίσκο της, ενώ ο συνονόματός του, συνθέτης Μίνως Μάτσας αναφέρθηκε στο τραγούδι που αγαπήσαμε μέσα από την τηλεοπτική σειρά «Το Νησί»: «Αιτία της δημιουργίας του “Είναι η Αγάπη” είναι η Βικτώρια και αφορμή η Ελεωνόρα!»
Η Μαργαρίτα Μάτσα κάλεσε τη Βικτώρια Χίσλοπ να κάνει εκείνη για γούρι την απονομή και, λίγα λεπτά μετά, η Ελεωνόρα Ζουγανέλη, ξεκίνησε το live της με το τραγούδι που, όπως είπε, καθόρισε τον ήχο του δίσκου της, το «Απαγορεύεται», σε μουσική της Μαρίας Παπαγεωργίου, η οποία τη συνόδεψε στο πιάνο, και στίχους από τον Σταύρο Σταύρου.
Ακολούθησαν κι άλλα τραγούδια από το άλμπουμ, όπως «Το Μισό του Εμείς», «Δεν Είμαι Αυτή», «Ό,τι Γράφτηκε στους Τοίχους» και το «Βαλς για Ένα Φιλί». Ο Θέμης Καραμουρατίδης έπαιξε πιάνο στον δικό του «Όμηρο», αλλά και στην επιτυχία «Μονάχα Εγώ», όπου τραγουδήσαμε όλοι μαζί «πολύ δυνατά για να ακουστείτε στον “Μελωδία”!», όπως είπε χαμογελώντας ο συνθέτης.
Ο Κώστας Λειβαδάς ερμήνευσε μαζί με την Ελεωνόρα το ντουέτο τους σε ρυθμό μπάλου, με τίτλο «Η Επιμονή σου», αλλά και το ομότιτλο «Μετακόμιση Τώρα». Το συγκεκριμένο τραγούδι, όπως επεσήμανε, σηματοδοτεί τη δική του προσωπική ωρίμανση αλλά και την αληθινή μετακόμιση της Ελεωνόρας από τα βόρεια προάστια στο κέντρο.
Ανεβαίνοντας στη σκηνή για να πάρει τη θέση του στο πιάνο, ο Μίνως Μάτσας σκέφτηκε φωναχτά: «Υπάρχει τόση γλύκα εδώ μέσα απόψε! Και βλέπω στο βάθος τη Βουλή. Και λέω: “Αν μπορούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί μέσα να νοιώσουν έστω για μια μέρα όπως νοιώθουμε εδώ απόψε, πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα!”» Ο συνθέτης παίζει στο πιάνο το εξαιρετικό «Είναι η Αγάπη» και η Ελεωνόρα το ερμηνεύει αγκαλιά με τη στιχουργό του, Βικτώρια Χίσλοπ, χαρίζοντάς μας μια πραγματικά ξεχωριστή στιγμή.
Βικτώρια Χίσλοπ: Η Ελεωνόρα έχει μία εξαιρετική φωνή, είναι η αγαπημένη μου ελληνίδα τραγουδίστρια. Ακούω πολύ μουσική δική της και, όταν είμαι στην Αγγλία, παίζω πάντα μουσική από την Ελλάδα. Με την Ελεωνόρα είναι σαν να είμαι στην Ελλάδα, είναι τόσο συγκινητική! Είναι πολύ ζεστός άνθρωπος και το έμαθα αυτό απόψε από πολύ κοντά, όταν τραγουδήσαμε μαζί. Είναι ζεστή, ευγενική, εξαιρετική!

Σε μια συνέντευξη – χείμμαρο, η λατρεμένη για τα βιβλία της (Το νησί, Ο γυρισμός, Το νήμα ) Βικτόρια Χίσλοπ, μας καθηλώνει και μας συγκινεί. Χωρίς να μετρήσει τα λόγια της – αλλά ούτε και τον χρόνο της! -«μπήκε» στην παρέα του Infokids.gr και μας εντυπωσίασε με τις απόψεις τις! Για τα παιδιά, την ανατροφή τους, την αγάπη της για την Ελλάδα και για τον Μιχάλη Χατζηγιάννη!
Και μην ξεχάσετε ότι μόλις κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ)! Εμείς προλάβαμε και ξεφυλλίσαμε ήδη τα πρώτα κεφάλαια, που τα λατρέψαμε!
– Πώς αποφασίσατε να δημιουργήσετε, να γράψετε ένα ακόμη βιβλίο για την Ελλάδα; Πόσο σημαντική είναι η Ελλάδα για εσάς;
Β.Χ.:Στην Ελλάδα βρίσκω την έμπνευσή μου. Τόσο απλά! Και δεν το “αποφάσισα” επί της ουσίας. Αν κάτι με ενέπνεε από την Αγγλία, τότε θα έγραφα για αυτό, αλλά μέχρι τώρα στη ζωή μου δεν έχει προκύψει κάτι τέτοιο.
Όσο για την δεύτερη ερώτησή σας, αναρωτιέμαι πώς μπορεί κάποιος να μετρήσει την σημαντικότητα… Η Ελλάδα είναι πάρα πολύ σημαντική για εμένα. Θα έλεγα ότι μου είναι σημαντική όσο και η χώρα μου, η Αγγλία. Δεν έχω συγγενείς στην Ελλάδα, αλλά πολλούς φίλους που είναι πια σαν οικογένειά μου. Το ιδανικό θα ήταν να περνάω τη μισή ζωή μου στην Αγγλία και την υπόλοιπη μισή στην Ελλάδα.
– Παρακαλώ, θα μας περιγράψετε το νέο σας βιβλίο. Τι σημαίνει «Ο τελευταίος χορός»;
Β.Χ.: Πρόκειται για ένα βιβλίο με 10 ιστορίες, όλες εκτυλίσσονται στην Ελλάδα. Αυτός ουσιαστικά είναι ο δεύτερος τίτλος του νέου μου βιβλίου, αλλά είναι κι ο αγαπημένος μου. Είναι σχετικά ειρωνικός τίτλος. Γιατί αφορά στον πρώτο χορό ενός νιόπαντρου ζευγαριού. Όμως και για τους δύο νεόνυμφους είναι τελικά «Ο τελευταίος χορός» – μην με πιέσετε να πω κάτι παραπάνω γιατί θα σας αποκαλύψω την πλοκή.
– Από τα μέρη που επισκεφθήκατε στην Ελλάδα, προκειμένου να γράψετε το βιβλίο αυτό, ποιο είναι το αγαπημένο σας;
Β.Χ: Κάποιες από τις τοποθεσίες των ιστοριών έχουν φανταστικές ονομασίες, μια που δεν ήθελα να αναστατώσω τους κατοίκους τους. Και ακόμη και τα μέρη που λατρεύω και ξεχωρίζω, τα άλλαξα κάπως στις περιγραφές, προκειμένου να βγαίνει μια πιο γενική, πιο παγκόσμια εικόνα.
Τώρα που το σκέφτομαι πάντως, ίσως αγαπημένο μου μέρος είναι το χωριό με το Καφενείο – ένα χωριό της Κρήτης. Ενώ δύο ιστορίες εκτυλίσσονται στην Αθήνα – που αποτελεί από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις.

– Είστε μητέρα 2 παιδιών και θα θέλαμε να μας πείτε πώς συνδυάζετε εργασία και μητρότητα. Οι περισσότερες αναγνώστριές μας βιώνουν αυτή την απαιτητικά ζωή.
Β.Χ. Αρχική ήταν ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ δύσκολο. Όταν απέκτησα το πρώτο μου παιδί, εργαζόμουν σε μια διαφημιστική εταιρία, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Διέκοψα για ένα διάστημα, κάνοντας χρήση της άδειας τοκετού και κατόπιν επέστρεψα στη δουλειά. Την πρώτη κιόλας ημέρα που επέστρεψα, συνειδητοποίησα ότι δεν το άντεχα. Ολόκληρη η ζωή μου είχε πλέον αλλάξει κι όμως οι εργασιακές απαιτήσεις δεν είχαν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της ζωής μου. Έτσι, παρέδωσα την παραίτησή μου την ίδια κιόλας στιγμή, χωρίς καν να σκεφτώ τις συνέπειες.
Απ” την πρώτη κιόλας ημέρα που γύρισα σπίτι με το μωράκι μου, συνειδητοποίησα πως δεν χρειαζόμουν τίποτε άλλο στη ζωή μου! Έτσι λοιπόν τηλεφώνησα κατόπιν στην εταιρία που εργαζόμουν ως τότε και τους πρότεινα αν θέλουν να συνεχίσουμε τη συνεργασία, γράφοντας όμως πλέον από το σπίτι μου. Καθημερινά λοιπόν προγραμμάτισα να γράφω για τη δουλειά μου, τις ώρες που η Εμιλυ κοιμόταν. Την ίδια χρονική περίοδο ξεκίνησα συνεργασία γράφοντας για κάποια περιοδικά κι εφημερίδες, και τελικά και τα βιβλία μου.
Ομολογώ πως ήμουν πολύ τυχερή που είχα αυτό το ταλέντο, κι έτσι μπόρεσα να δουλεύω από το σπίτι. Κατανοώ ότι είναι πολύ δύσκολο για τις εργαζόμενες μητέρες – από τη μία να έχουν αυτή την υπέρτατη εσωτερική ανάγκη να μείνουν σπίτι με τα παιδιά τους, και συγχρόνως να θέλουν διακαώς να διατηρήσουν την ταυτότητά τους συνεχίζοντας την καριέρα, κι ασφαλώς να καλύπτουν τις οικονομικές ανάγκες τους. Είναι μια σχεδόν απίστευτη κατάσταση, που τελικά αντιμετωπίζεται με τους αναγκαίους συμβιβασμούς.
– Τα παιδιά σας παραπονέθηκαν ποτέ για το ότι δουλεύετε πολλές ώρες; Τι τους λέγατε;
Β.Χ. Όχι, δεν παραπονιόντουσαν. Ήμουν τυχερή, γιατί η καταπληκτική μητέρα μου ζούσε πάντα κοντά στο σπίτι μας, κι έτσι υπήρχε πάντα βοήθεια από πλευρά της. Και μια που εργαζόμουν από το σπίτι, δεν αισθανόντουσαν ότι ήμουν μακριά τους – εκτός από τις περιόδους που ταξίδευα για να συγκεντρώσω υλικό για τη συγγραφή μου, κι αναγκαστικά απουσίαζα μεγάλα χρονικά διαστήματα (Νότια Αμερική, Κίνα, Αυστραλία). Τότε όμως ο σύζυγός μου φρόντιζε να είναι περισσότερες ώρες στο σπίτι.
-Είστε υπερπροστατευτική μητέρα, όπως είναι οι περισσότερες Ελληνίδες;
Β.Χ.:Τα παιδιά μου με τσιγκλάνε – πιστεύουν ότι ανησυχώ υπερβολικά! Αλλά δεν είναι έτσι! Είναι τώρα 19 και 22 ετών, σπουδάζουν πια και δεν υπήρξα αρκετά αυστηρή μαζί τους ποτέ. Πριν ξεκινήσουν μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, να φανταστείτε, τους επέτρεψα να περάσουν έναν ολόκληρο χρόνο ταξιδεύοντας! Η “Εμιλυ πήγε ολομόναχη στη Ζάμπια και κατόπιν στην Ουγκάντα. Ανησυχούσα γιατί ήταν αρκετά μικρή για τέτοια ταξίδια, αλλά τελικά τα έβγαλε πέρα εξαιρετικά. Έμαθε να προσέχει τον εαυτό της και να χειρίζεται διάφορες καταστάσεις.
Όσο για τον Γουίλιαμ, πήγε στη Νότιο Αμερική κι έμεινε 5 μήνες! Βλέποντάς τον τότε να εξαφανίζεται πίσω από την αίθουσα ελέγχου στο αεροδρόμιο, μια παγωμένη Δευτέρα θυμάμαι, κουβαλώντας έναν ασήκωτο σάκο στους ώμους, ήταν από τις χειρότερες στιγμές της ζωής μου. Μάλιστα, έχασε το κινητό του τηλέφωνο την πρώτη κιόλας ημέρα που έφτασε στο Μπουένος “Αιρες, με αποτέλεσμα να έχουμε ελάχιστη επικοινωνία για μία εβδομάδα. Τρελαίνομαι και μόνο που τα θυμάμαι… Όμως, επέστρεψε, πιο ώριμος, πιο δυνατός ως άνθρωπος και νιώθω υπερήφανη γι” αυτόν! Η στιγμή της επιστροφής του, που εμφανίστηκε στο αεροδρόμιο ήταν τόσο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ, όσο αντιθέτως στενάχωρη ήταν η στιγμή που είχε φύγει.
Οι Βρετανοί γονείς δεν επιτρέπεται να είναι υπερπροστατευτικοί, δεν τους το επιτρέπουν τα ίδια τα παιδιά τους. Κι έχουν δίκιο. Πρέπει να τα αφήνουμε ελεύθερα να μεγαλώσουν!
– Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών γονέων;
Β.Χ. Αυτό ακριβώς παρουσιάζουν κάποιες από τις ιστορίες του Τελευταίου Χορού. Την υπερπροστατευτικότητα των Ελλήνων γονέων. Γενικότερα παρατηρώ ότι οι Έλληνες γονείς κρατούν κοντά τους τα παιδιά τους. Σε αυτό σίγουρα υπάρχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Κι υπάρχουν και οι παππούδες/γιαγιάδες που βοηθούν στην ανατροφή των εγγονιών. Πολλές φορές όμως μπλέκονται κι επιμένουν σε θέματα που δεν θα έπρεπε.
Αν καταφέρεις να τα βγάλεις πέρα με τέτοιες καταστάσεις, είναι καλά… μα ξέρω πώς είναι δύσκολο. Και με το να ανακατεύονται οι μεγαλύτεροι στην οικογένεια των νεότερων, δημιουργούνται δύσκολες καταστάσεις.
Εμείς, έχουμε την τάση να συμπεριφερόμαστε σαν τα πουλιά – τα ωθούμε έξω από τη φωλιά τους ώστε να τα αναγκάσουμε να πετάξουν. Μπορεί να είναι αγωνιώδες το να τα παρατηρείς τα πρώτα δευτερόλεπτα που φαίνεται ότι θα τσακιστούν στο έδαφος – ΑΛΛΑ όταν έρχεται η στιγμή που τα βλέπεις να ανοίγουν πια τα φτερά τους και να κερδίζουν την ανεξαρτησία τους, ένα κύμα υπερηφάνειας σε κατακλύζει.
– Τι συμβουλή θα δίνατε στους αναγνώστες μας – γονείς, όσον αφορά στην ανατροφή των παιδιών;
Β.Χ.:-Αυτό που είναι ζωτικής σημασίας, είναι να τα αγαπάμε και να τους το δείχνουμε – αλλά όχι να τα πνίγουμε με την αγάπη μας. Να τα αγαπάμε και να σεβόμαστε την ατομικότητά τους.
Κατά την άποψή μου, η πιο σοφή κουβέντα που γράφτηκε ποτέ ως προς τη σχέση γονέα – παιδιού, είναι από τον φιλόσοφο Χαλίλ Γκιμπράν. Δέχομαι ότι δεν τα εφάρμοσα όλα κατά γράμμα, αλλά θεωρώ πως είναι βασικότατες αρχές για τους γονείς. Πιστεύω ότι όποιος έχει παιδιά πρέπει να διαβάσει αυτό το κείμενο:
“Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από σένα
Κι αν και βρίσκονται μαζί σου, δε σου ανήκουν.
Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου
Αφού ιδέες έχουν δικές τους.
Μπορείς να δίνεις μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους
Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο
που εσύ δεν πρόκειται να επισκεφτείς ούτε και στα όνειρά σου.
Μπορείς να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις
αλλά μη γυρέψεις να τα κάνεις σαν εσένα
Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες
Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου
ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το ίχνος της τροχιάς προς το άπειρο
και κομπάζει ότι με τη δύναμή του
τα βέλη του μπορούν να πάνε γρήγορα και μακριά.
Άς χαροποιεί τον τοξοτή ο κομπασμός του
Αφού ακόμα κι αν αγαπάει το βέλος που πετάει
έτσι αγαπά και το βέλος που μένει στάσιμο.”
– Τι απολαμβάνετε περισσότερο από τη διαμονή σας στην Ελλάδα;
Β.Χ.:-Μα τι απίστευτη ερώτηση είναι αυτή! Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως με το που προσγειώνεται το αεροπλάνο, είτε στην Αθήνα είτε στη Θεσσαλονίκη είτε στο Ηράκλειο – με πιάνει ταχυπαλμία. Κι ίσως τελικά αυτό είναι το νόημα – Το Νόημα της Ζωής!
– Ποιο είναι το αγαπημένο σας ελληνικό φαγητό; Και ποιο ξέρετε να μαγειρεύετε;
Β.Χ.:-Αυτό που λατρεύω να τρώω στην Ελλάδα, κι ειδικότερα στην Κρήτη είναι ό,τι δεν περιέχει κρέας – θα με χαρακτήριζα χορτοφάγο και υπάρχουν ένα σωρό φαγητά χωρίς κρέας – οτιδήποτε περιλαμβάνει “fasolia” – δημιουργώ υπέροχα πιάτα με ντομάτα και fasolia, ρίχνω μέσα λίγη φέτα και τα ψήνω στο φούρνο. Συνοδευόμενα από φρέσκο ζεστό ψωμί και σαλάτα – αποτελούν το τέλειο γεύμα.
– Δεδομένου του ότι η Ελλάδα είναι το κύριο θέμα συζήτησης τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, τι σχόλια ακούτε επ” αυτού από τους συμπατριώτες σας;
Β.Χ.:- Ο κόσμος στη Μεγάλη Βρετανία, συμπονά πολύ την Ελλάδα – οι εφημερίδες και η τηλεόραση καλύπτει δίκαια τις καταστάσεις και το πώς επηρεάζεται ο απλός λαός.
Θεωρώ ότι η κατάσταση στην Κύπρο συνέβαλε στο να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στα γεγονότα – βλέπουμε πια πώς οι αποφάσεις των πολιτικών και των τραπεζιτών, έχουν καταστροφικές συνέπειες στον κόσμο. Ο άντρας και η γυναίκα στο δρόμο, στέκουν αβοήθητοι μπροστά στην τρέχουσα κατάσταση – που είναι όντως τρομακτική.
– Ας ολοκληρώσουμε αυτή τη συνέντευξη… με ένα τραγούδι! Ποιο ελληνικό τραγούδι αγαπάτε να ακούτε ή ακόμη και να τραγουδάτε;
Β.Χ.:- Εξαιρετική ερώτηση!
Λατρεύω εκατοντάδες ελληνικά τραγούδια – μα υπάρχει ένα που ξεχωρίζω!
Και όλη την ημέρα σήμερα έχω στο μυαλό μου!
Χθες βράδυ (24 Μαρτίου) ο Μιχάλης Χατζηγιάννης ήρθε στο Λονδίνο κι έδωσε μια συναυλία στο Κοκο. Ασφαλώς παραβρέθηκα αφού είμαι μεγάλη θαυμάστρια και φίλη του.
Και προς τεράστια έκπληξή μου, μού αφιέρωσε ένα τραγούδι! Συγκινήθηκα βαθύτατα. Είναι το πιο όμορφο τραγούδι και έχω βάλει να το ακούσω χιλιάδες φορές και το έχω χρησιμοποιήσει να μάθω Ελληνικά…
“Pio Poly” («Πιο πολύ») – έχει τους πιο ρομαντικούς στοίχους που υπάρχουν.
“Πιο πολύ απο μένα σ’ αγαπώ”
“I love you more than I love myself”
Νομίζω είπα αρκετά! Κάθομαι τώρα εδώ και τραγουδάω, και μετράω τις ημέρες μέχρι να έρθει η στιγμή που θα επισκεφτώ ξανά την Ελλάδα!
Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη.
Victoria
Η Βρετανίδα συγγραφέας μιλά στο «Θέμα»,το οποίο εξασφάλισε την προδημοσίευση αποσπάσματος του εμπνευσμένου από την Κύπρο διηγήματος «Αλλιώτικο δέντρο» από τη γεμάτη Ελλάδα συλλογή της με τίτλο «Ο Τελευταίος Χορός»
«Κάθε φορά που γράφω για την Ελλάδα (είτε πρόκειται για μυθιστόρημα είτε για μικρότερης μορφής αφήγημα), θέλω στην πράξη να αφηγηθώ μια ιστορία, να πάρω τον αναγνώστη από το χέρι και να διεγείρω με κάτι νέο τη φαντασία του.
Επειδή, όμως, οι πρώτοι μου αναγνώστες είναι πάντα οι συμπατριώτες μου, έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου να ταξιδέψω στην αγαπημένη μου χώρα, να τους δείξω κάτι παράξενο, ενδιαφέρον και πανέμορφο και να τους κάνω να καταλάβουν κάπως καλύτερα την Ελλάδα». Παρότι δεν έχουμε συνηθίσει τη Βρετανίδα συγγραφέα σε αυτό το συγκεκριμένο είδος των μικρών ιστοριών, η ίδια λέει ότι το χάρηκε με την καρδιά της να γράφει διηγήματα και προσωποκεντρικές αφηγήσεις που έχουν να κάνουν με τις άκρες του Ελληνισμού. «Το απόλαυσα πραγματικά καθώς τις έγραφα – και μου έγιναν στο τέλος κάτι σαν εξάρτηση, όπως ακριβώς ένα κομμάτι μπακλαβάς», εξομολογείται στο «ΘΕΜΑ».
Το καλύτερο όμως είναι ότι η Βικτόρια με τις ιστορίες της περνάει πάντα ένα θετικό μήνυμα για την Ελλάδα – τη χώρα που πιστεύει ακράδαντα ότι επιβιώνει από καταστροφές και πολέμους πάντα με το ηθικό της ανεβασμένο. «Πιστεύω πάντα ότι η Ελλάδα επιβιώνει και βγαίνει πιο δυνατή στο τέλος. Το κατάλαβα τελειώνοντας το τελευταίο μου μυθιστόρημα “Το Νήμα”. Ο 20ός αιώνας ήταν μια σειρά από μεγάλες κρίσεις για την Ελλάδα: ανταλλαγή πληθυσμών, Κατοχή, Εμφύλιος, δικτατορία και άλλες τόσες που δεν έχουν τέλος.
Συνειδητοποίησα πως σχεδόν κάθε δεκαετία η χώρα έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα πρόκληση. Ούτε καν διανοούμαι να συγκρίνω τα όσα έχει περάσει η Ελλάδα με την πατρίδα μου, τη Μεγάλη Βρετανία. Βέβαια, υπάρχουν εξηγήσεις για όλη αυτή τη συνεχή αναταραχή που μαστίζει τη χώρα, καθώς η Ελλάδα σπανίως τελεί σε κατάσταση ειρηνικής νηνεμίας. Πάντα κάποιος “σεισμός” θα την κλονίσει. Κι αυτό από μόνο του σημαίνει ότι είναι πολύ σκληρό να είσαι Ελληνας». Της ζητάω να μου σχολιάσει την τωρινή κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο (από όπου αφορμάται το σχετικό διήγημά της). «Νομίζω αντίστοιχη κατάσταση με την Ελλάδα ισχύει και στην Κύπρο καθώς η μοίρα των δύο χωρών είναι πολύ άμεσα αλληλεξαρτώμενη. Τουλάχιστον δεν μπορεί κανείς να πει ότι βαριέται. Σαφώς, στην περίπτωση της Κύπρου έχουν σημειωθεί δραματικά λάθη. Αλλά αυτοί που εντέλει τα υπομένουν είναι οι απλοί πολίτες, οι καθημερινοί άνθρωποι που δέχονται το πλήγμα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα. Και αυτό είναι αδυσώπητο. Τα πραγματικά θύματα είναι οι πολίτες. Η ύφεση και η ανεργία είναι τα απτά αποτελέσματα των αποφάσεων που λάμβαναν πολιτικοί και τραπεζίτες. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι κάποιοι πήραν το μάθημά τους από ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, ώστε να σκεφτούν τι πρόκειται να ακολουθήσει και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Από την άλλη, ειδικά στην Ελλάδα υπάρχει μια αίσθηση ευρύτερης παρανόησης και αυταπάτης στον χώρο της πολιτικής και αυτό νομίζω ότι πρέπει επιτέλους να αλλάξει. Καλό είναι να εστιάζει κανείς στην υφιστάμενη κρίση και να αρχίσει τον ανασχεδιασμό του πώς μπορούν να γίνουν καλύτερα τα πράγματα στο μέλλον από το να μιλάει αφηρημένα και χωρίς αποτέλεσμα». Τι στρατηγικές, δηλαδή, πρέπει ακριβώς να υιοθετήσει η Ελλάδα;
«Είναι παραπάνω από επιβεβλημένη μια σωστή διαχείριση κρίσης, αλλά και απαραίτητος ένας στρατηγικός σχεδιασμός για ένα καλύτερο αύριο για όλους τους Ελληνες».
… Ανηφορίζοντας το δρόμο στους λόφους πάνω από τη Λευκωσία, μπορούσαν να αγναντέψουν ως και τα πιο απόμακρα κομμάτια του νησιού, τα κατεχόμενα από την Τουρκία. Ο Αντρέας μιλούσε πολύ σπάνια για τη διχοτόμηση της χώρας του, αλλά βλέποντας τώρα αναπόφευκτα την τουρκική σημαία λαξευμένη προκλητικά στην απέναντι πλαγιά, η Κλαιρ δεν μπορούσε να μη φέρει στο μυαλό της την πολυτάραχη ιστορία.
Λίγο αργότερα έφτασαν στο χωριό του Αντρέα και ο δρόμος στένεψε. Τα κτίρια ήταν ζεστά και γραφικά, και τα περισσότερα αποτελούσαν ενδιαίτημα της ίδιας οικογένειας εδώ και πολλές γενιές. Πολλά από αυτά έδειχναν να στηρίζονται στα χοντρά κλαδιά κάποιας μπουκαμβίλιας ή κληματαριάς που είχε γίνει ένα με τους τοίχους.
«Να» είπε ο Αντρέας μόλις προσπέρασαν μια μπλε πόρτα. «Εδώ είναι».
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, λεπτή, με χαρακτηριστικά πουλιού, φάνηκε στην πόρτα ενός από τα πιο μεγάλα σπίτια. Φάνταζε τόσο αδύνατη που θα ’λεγες ότι όπου να ’ναι θα τη σήκωνε ο αέρας. Είχε τα μπράτσα της σταυρωμένα μπρος στο στήθος της και το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. Ωσπου διέκρινε τον γιο της. Και τότε έλαμψε λες και ξαναβγήκε ο ήλιος πίσω από το σύννεφο όπου είχε κρυφτεί.
Ο Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα χέρσο χωράφι στην κορυφή του λόφου και οι δυο τους κατηφόρισαν προς το σπίτι του. Η μητέρα του περίμενε στο κατώφλι με τα χαμογελαστά τώρα μάτια της καρφωμένα στον γιο της. Και παρότι λεπτή σαν ξυλαράκι, η κυρία Μαρκίδη αγκάλιασε τον κανακάρη της με τόση δύναμη και τόση θέρμη που κόντεψε να τον πνίξει συνοδεύοντας τον εναγκαλισμό με διαχυτικά επιφωνήματα του τύπου «Αγγελε μου! Μάτια μου!» και ταυτόχρονα εξετάζοντας την Κλαιρ πάνω από τον ώμο του και εξακοντίζοντάς της ένα ατσαλένιο βλέμμα. Μ’ όλη τη ζέστη που έκανε εκείνη τη μέρα, η κοπέλα ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να σφίγγει την καρδιά της.
Μπήκαν όλοι τους μέσα στο σπίτι και, λίγο-λίγο, τα μάτια της Κλαιρ συνήθισαν στο ημίφως. Το ζευγάρι κάθισε για λίγο αμήχανα γύρω από το τραπέζι ενώ η ηλικιωμένη μαυροφόρα είχε καταπιαστεί με κάτι στην κουζίνα. Η Κλαιρ κοίταξε ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με τις ίδιες εικόνες που είχε δει και σε άλλα κυπριακά σπίτια, αλλά επιπλέον υπήρχαν κρεμασμένες και καμιά τριανταριά φωτογραφίες. Κάποιες ήταν γαμήλιες, αλλά οι περισσότερες ήταν επίσημα πορτρέτα ενός άντρα, όμορφου, με μουστάκι, που καμάρωνε ντυμένος τη στρατιωτική στολή του.
«Ο πατέρας σου;» ρώτησε η Κλαιρ.
«Ναι» απάντησε ο Αντρέας.
«Του μοιάζεις πολύ…»
«Ετσι λέει πάντα η μάνα μου. Δυστυχώς εγώ δεν τον θυμάμαι».
Η Κλαιρ ήξερε πως ο Αντρέας δεν είχε αδέλφια. Και τώρα έβλεπε πόσο πολύ λάτρευε και κανάκευε το μοναχοπαίδι της αυτή η μητέρα. Ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ άβολα που βρισκόταν εκεί. Δεν ήταν μόνο η νοσταλγία για την πατρίδα της, ένα μέρος όπου ακόμα και αν δεν χιόνιζε ανήμερα τα Χριστούγεννα, υπήρχε τουλάχιστον μεγάλη πιθανότητα παγετού. Ηταν και που αισθανόταν ξένη εδώ, παρείσακτη, ιδίως σε αυτό το σπίτι.
Οσο έτρωγαν δεν μίλησε καθόλου. Στο μεταξύ, είχαν έρθει και κάποιοι άλλοι συγγενείς, ξαδέλφια με τα παιδιά τους, τρεις θείες και δυο πολύ ηλικιωμένοι θείοι. Η Κλαιρ χαμογελούσε οπότε της απηύθυναν τον λόγο, παρόλο που δεν είχε ιδέα τι της έλεγαν, και έπαιρνε ευγενικά κάτι από κάθε πιάτο που της πρόσφεραν -ώσπου δοκίμασε κι ένα αμπελοπούλι που είχε πιαστεί και σκοτωθεί άσπλαχνα στην παρθενική του πτήση. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τον Αντρέα, όμως στο τέλος του γεύματος, όταν είχαν πιει και τις ζιβανίες και ήταν ώρα να φύγουν, η Κλαιρ ήταν εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια να προσποιείται ότι περνούσε καλά. Η κυρία Μαρκίδη την αποχαιρέτησε με μια βιαστική χειραψία.
[…]
«Ποτέ δεν θα με αποδεχτεί η μητέρα σου» του είπε με ύφος παραίτησης. «Είμαι παρείσακτη εδώ – πάντα θα είμαι».
Τώρα έμπαιναν στη Λευκωσία. Η Κλαιρ έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο και παρατήρησε ότι περνούσαν έξω από την ίδια βιτρίνα όπου στεκόταν το πρωί, με τα ψεύτικα δέντρα και το χάρτινο χιόνι.
Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι ο Αντρέας μόλις είχε στρίψει σε ένα δρόμο που απομακρυνόταν από την περιοχή της Λευκωσίας όπου έμενε εκείνη. Μετά από λίγο σταμάτησε το αυτοκίνητο.
«Θέλω να σε πάω κάπου», της είπε.
Περπάτησαν, χωριστά ο ένας από τον άλλο, σε ένα δρόμο φωταγωγημένο με γιορταστικά στολίδια, και στο βάθος η Κλαιρ διέκρινε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εστεκε καταμεσής του πεζοδρομίου και δεν ήταν στολισμένο με λαμπιόνια αλλά με κορδέλες. Οσο πλησίαζαν, η Κλαιρ παρατήρησε κάτι ακόμα πιο παράξενο.
Αντί για χριστουγεννιάτικες μπάλες, τα κλαριά αυτού του δέντρου στόλιζαν φωτογραφίες ασπρόμαυρες, κυρίως αντρών, με κάποιες λέξεις και μία χρονολογία στο κάτω μέρος της φωτογραφίας: 1974.
«Κοίτα» είπε ο Αντρέας. Η λεζάντα της φωτογραφίας που βαστούσε και της έδειχνε έγραφε «Γιώργος Μαρκίδης».
Ηταν ξεθωριασμένη και προφανώς κρεμόταν εκεί πολλά χρόνια.
«Μα γιατί εδώ είναι η φωτογραφία του;»
«Ο πατέρας μου είναι ένας από τους αγνοούμενους» της εξήγησε ο Αντρέας. «Οπως και χίλιοι πεντακόσιοι ακόμα που εξαφανίστηκαν όταν έγινε η τουρκική εισβολή στο νησί. Από τότε έχουν χαθεί τα ίχνη τους. Οι φωτογραφίες κρατούν ακόμα ζωντανή τη μνήμη τους».
Εκείνη την εποχή μόλις είχε γεννηθεί ο Αντρέας και η μητέρα του περίμενε και περίμενε, καρτερώντας κάθε μέρα τον άντρα της να γυρίσει. Κάθε μέρα άναβε ένα κερί στην εκκλησία και προσευχόταν, ενώ ταυτόχρονα πρόσφερε αφειδώς στο μοναχοπαίδι τους όλη την αγάπη που έτρεφε για τον άντρα της.
Η Κλαιρ άγγιξε επιφυλακτικά το μπράτσο του Αντρέα, από φόβο μην αποτραβηχτεί.
«Λυπάμαι πολύ» του είπε. «Επόμενο είναι να τρέμει μη σε χάσει. Το καταλαβαίνω απόλυτα».
Ο Αντρέας την κοίταξε και χαμογέλασε.
«Νομίζω πως δεν θα της πάρει πολύ χρόνο ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι δεν πρόκειται να με πάρεις μακριά της. Αυτό είναι όλο» είπε.
Εμειναν να στέκονται εκεί και να ατενίζουν αυτό το αλλόκοτο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που δεν ήταν εκεί μόνο Δεκέμβρη, αλλά κάθε μέρα του χρόνου, και η λαχτάρα της Κλαιρ για την Αγγλία εξαφανίστηκε στη στιγμή. Εδώ ήθελε να είναι, μακριά από την παγωνιά και τους πάγους, με αυτό το θαλπερό αεράκι γύρω της και με θέα αυτό το αχιόνιστο δέντρο.
This week, I remembered what is was like to be back at university, studying literature. On this occasion, though, I was in Greece. And it was a thrilling experience.
I came to Athens to participate in a recital of works by the great Greek poet, Cavafy, set to music by Athanasios Simoglou and sung by the wonderful soprano, Sonia Theodoridou. I read in both English and Greek and learned a huge amount in both languages.
I found that Cavafy, both in the original and in translation, spoke so directly and honestly to me that it was almost shocking. His voice seemed loud and clear, his words sprang off the page. Here is a poet that unites intellectual ideas with emotion, but where emotion never plays a secondary role. In my years at university, I rarely came across this in English poetry.
In translation, Cavafy’s poems taught me new things about the Greek soul and mentality. I discovered how close is their sense of mortality. At times I found him over-pessimistic (in “Monotonia”, for example), but then he would pick me up again and urge me to seize life and enjoy the journey. I listened to him, and realised this gave me a new understanding of Greece and why many of my friends here seem to grab life with both hands, as though each day might be their last. Their attitude makes more sense to me now.
Equally fulfilling for me was to learn new words and to expand my knowledge of the language. It’s not my role to criticise translators, but reading a translation against the original made me more determined than ever to master Greek, so that nobody gets in the way with their own interpretation. The beauty of the Greek was not always matched by the sometimes clumsy English words printed on the page.
I have much more to learn about Cavafy, both the man and his work. It is a journey I know I am going to enjoy. (Courtesy www.ellines.com)