Ως την πιο όμορφη χώρα του κόσμου χαρακτηρίζει την Ελλάδα η Βικτόρια Χίσλοπ στο περιοδικό «Elle».
Τα τελευταία χρόνια, η συγγραφέας του μπεστ σέλερ μυθιστορήματος «Το Νησί» είναι μόνιμη κάτοικος Κρήτης και παρακολουθεί όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία και στέλνει σε όλους μας το δικό της μήνυμα αισιοδοξίας. «Ανησυχώ μήπως οι Έλληνες χάσουν την πίστη τους και θεωρήσουν ότι η κατάσταση δεν θα βελτιωθεί – πράγμα απόλυτα κατανοητό».
Και συνεχίζει: «Ο ρόλος μου είναι να υπενθυμίζω στους εδώ φίλους μου ότι η χώρα όπου ζουν είναι η ομορφότερη του κόσμου, ακόμη και εν μέσω οικονομικής κρίσης. Αναγνωρίζω ότι είναι πολύ εύκολο να τα λέω όλα αυτά, ενώ ουσιαστικά είμαι εξωτερικός παρατηρητής, αλλά είναι σημαντικό να κρατήσετε μια θετική στάση και να συνεχίσετε να ελπίζετε».
Τέλος, σημειώνει: «Παλιά η Ελλάδα ήταν ένα μεγάλο πάρτι. Έτσι ένιωσα όταν πρωτοήρθα για “Το Νησί”. Υπήρχε μια διαρκής αίσθηση γιορτής και μια ατμόσφαιρα πολύ ανεβασμένη. Τα πράγματα άλλαξαν αμέσως μετά. Πλέον πολλοί γνωστοί μου ζουν με μισθούς που έχουν περικοπεί στο μισό ή έχουν χάσει εντελώς τη δουλειά τους. Ξέρω ότι σχεδόν αγωνίζονται για να επιβιώσουν και πως δοκιμάζονται ακόμη και οι προσωπικές σχέσεις».
Την Τετάρτη 3 Απριλίου στις 5 το απόγευμα η Victoria Hislop θα είναι καλεσμένη του Love Radio 97,5 και του Ποσειδώνα Γιαννόπουλου!
Η βραβευμένη Βρετανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος, μετά την επιτυχία του best seller μυθιστορήματος «Το Νησί», το οποίο περιλαμβάνεται στη λίστα των πιο επιτυχημένων μυθιστορημάτων διεθνώς, και με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου «Ο τελευταίος Χορός» θα επισκεφτεί τον πιο ερωτικό σταθμό της πόλης για μια εξομολόγηση σκέψεων, απόψεων και αντιλήψεων στον Ποσειδώνα Γιαννόπουλο.
Η Βρετανίδα συγγραφέας μιλά στο «Θέμα»,το οποίο εξασφάλισε την προδημοσίευση αποσπάσματος του εμπνευσμένου από την Κύπρο διηγήματος «Αλλιώτικο δέντρο» από τη γεμάτη Ελλάδα συλλογή της με τίτλο «Ο Τελευταίος Χορός»
«Κάθε φορά που γράφω για την Ελλάδα (είτε πρόκειται για μυθιστόρημα είτε για μικρότερης μορφής αφήγημα), θέλω στην πράξη να αφηγηθώ μια ιστορία, να πάρω τον αναγνώστη από το χέρι και να διεγείρω με κάτι νέο τη φαντασία του.
Επειδή, όμως, οι πρώτοι μου αναγνώστες είναι πάντα οι συμπατριώτες μου, έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου να ταξιδέψω στην αγαπημένη μου χώρα, να τους δείξω κάτι παράξενο, ενδιαφέρον και πανέμορφο και να τους κάνω να καταλάβουν κάπως καλύτερα την Ελλάδα». Παρότι δεν έχουμε συνηθίσει τη Βρετανίδα συγγραφέα σε αυτό το συγκεκριμένο είδος των μικρών ιστοριών, η ίδια λέει ότι το χάρηκε με την καρδιά της να γράφει διηγήματα και προσωποκεντρικές αφηγήσεις που έχουν να κάνουν με τις άκρες του Ελληνισμού. «Το απόλαυσα πραγματικά καθώς τις έγραφα – και μου έγιναν στο τέλος κάτι σαν εξάρτηση, όπως ακριβώς ένα κομμάτι μπακλαβάς», εξομολογείται στο «ΘΕΜΑ».
Το καλύτερο όμως είναι ότι η Βικτόρια με τις ιστορίες της περνάει πάντα ένα θετικό μήνυμα για την Ελλάδα – τη χώρα που πιστεύει ακράδαντα ότι επιβιώνει από καταστροφές και πολέμους πάντα με το ηθικό της ανεβασμένο. «Πιστεύω πάντα ότι η Ελλάδα επιβιώνει και βγαίνει πιο δυνατή στο τέλος. Το κατάλαβα τελειώνοντας το τελευταίο μου μυθιστόρημα “Το Νήμα”. Ο 20ός αιώνας ήταν μια σειρά από μεγάλες κρίσεις για την Ελλάδα: ανταλλαγή πληθυσμών, Κατοχή, Εμφύλιος, δικτατορία και άλλες τόσες που δεν έχουν τέλος.
Συνειδητοποίησα πως σχεδόν κάθε δεκαετία η χώρα έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα πρόκληση. Ούτε καν διανοούμαι να συγκρίνω τα όσα έχει περάσει η Ελλάδα με την πατρίδα μου, τη Μεγάλη Βρετανία. Βέβαια, υπάρχουν εξηγήσεις για όλη αυτή τη συνεχή αναταραχή που μαστίζει τη χώρα, καθώς η Ελλάδα σπανίως τελεί σε κατάσταση ειρηνικής νηνεμίας. Πάντα κάποιος “σεισμός” θα την κλονίσει. Κι αυτό από μόνο του σημαίνει ότι είναι πολύ σκληρό να είσαι Ελληνας». Της ζητάω να μου σχολιάσει την τωρινή κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο (από όπου αφορμάται το σχετικό διήγημά της). «Νομίζω αντίστοιχη κατάσταση με την Ελλάδα ισχύει και στην Κύπρο καθώς η μοίρα των δύο χωρών είναι πολύ άμεσα αλληλεξαρτώμενη. Τουλάχιστον δεν μπορεί κανείς να πει ότι βαριέται. Σαφώς, στην περίπτωση της Κύπρου έχουν σημειωθεί δραματικά λάθη. Αλλά αυτοί που εντέλει τα υπομένουν είναι οι απλοί πολίτες, οι καθημερινοί άνθρωποι που δέχονται το πλήγμα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα. Και αυτό είναι αδυσώπητο. Τα πραγματικά θύματα είναι οι πολίτες. Η ύφεση και η ανεργία είναι τα απτά αποτελέσματα των αποφάσεων που λάμβαναν πολιτικοί και τραπεζίτες. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι κάποιοι πήραν το μάθημά τους από ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, ώστε να σκεφτούν τι πρόκειται να ακολουθήσει και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Από την άλλη, ειδικά στην Ελλάδα υπάρχει μια αίσθηση ευρύτερης παρανόησης και αυταπάτης στον χώρο της πολιτικής και αυτό νομίζω ότι πρέπει επιτέλους να αλλάξει. Καλό είναι να εστιάζει κανείς στην υφιστάμενη κρίση και να αρχίσει τον ανασχεδιασμό του πώς μπορούν να γίνουν καλύτερα τα πράγματα στο μέλλον από το να μιλάει αφηρημένα και χωρίς αποτέλεσμα». Τι στρατηγικές, δηλαδή, πρέπει ακριβώς να υιοθετήσει η Ελλάδα;
«Είναι παραπάνω από επιβεβλημένη μια σωστή διαχείριση κρίσης, αλλά και απαραίτητος ένας στρατηγικός σχεδιασμός για ένα καλύτερο αύριο για όλους τους Ελληνες».
Η συγγραφέας του «Νησιού» γράφει για την Κύπρο
… Ανηφορίζοντας το δρόμο στους λόφους πάνω από τη Λευκωσία, μπορούσαν να αγναντέψουν ως και τα πιο απόμακρα κομμάτια του νησιού, τα κατεχόμενα από την Τουρκία. Ο Αντρέας μιλούσε πολύ σπάνια για τη διχοτόμηση της χώρας του, αλλά βλέποντας τώρα αναπόφευκτα την τουρκική σημαία λαξευμένη προκλητικά στην απέναντι πλαγιά, η Κλαιρ δεν μπορούσε να μη φέρει στο μυαλό της την πολυτάραχη ιστορία.
Λίγο αργότερα έφτασαν στο χωριό του Αντρέα και ο δρόμος στένεψε. Τα κτίρια ήταν ζεστά και γραφικά, και τα περισσότερα αποτελούσαν ενδιαίτημα της ίδιας οικογένειας εδώ και πολλές γενιές. Πολλά από αυτά έδειχναν να στηρίζονται στα χοντρά κλαδιά κάποιας μπουκαμβίλιας ή κληματαριάς που είχε γίνει ένα με τους τοίχους.
«Να» είπε ο Αντρέας μόλις προσπέρασαν μια μπλε πόρτα. «Εδώ είναι».
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, λεπτή, με χαρακτηριστικά πουλιού, φάνηκε στην πόρτα ενός από τα πιο μεγάλα σπίτια. Φάνταζε τόσο αδύνατη που θα ’λεγες ότι όπου να ’ναι θα τη σήκωνε ο αέρας. Είχε τα μπράτσα της σταυρωμένα μπρος στο στήθος της και το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. Ωσπου διέκρινε τον γιο της. Και τότε έλαμψε λες και ξαναβγήκε ο ήλιος πίσω από το σύννεφο όπου είχε κρυφτεί.
Ο Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα χέρσο χωράφι στην κορυφή του λόφου και οι δυο τους κατηφόρισαν προς το σπίτι του. Η μητέρα του περίμενε στο κατώφλι με τα χαμογελαστά τώρα μάτια της καρφωμένα στον γιο της. Και παρότι λεπτή σαν ξυλαράκι, η κυρία Μαρκίδη αγκάλιασε τον κανακάρη της με τόση δύναμη και τόση θέρμη που κόντεψε να τον πνίξει συνοδεύοντας τον εναγκαλισμό με διαχυτικά επιφωνήματα του τύπου «Αγγελε μου! Μάτια μου!» και ταυτόχρονα εξετάζοντας την Κλαιρ πάνω από τον ώμο του και εξακοντίζοντάς της ένα ατσαλένιο βλέμμα. Μ’ όλη τη ζέστη που έκανε εκείνη τη μέρα, η κοπέλα ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να σφίγγει την καρδιά της.
Μπήκαν όλοι τους μέσα στο σπίτι και, λίγο-λίγο, τα μάτια της Κλαιρ συνήθισαν στο ημίφως. Το ζευγάρι κάθισε για λίγο αμήχανα γύρω από το τραπέζι ενώ η ηλικιωμένη μαυροφόρα είχε καταπιαστεί με κάτι στην κουζίνα. Η Κλαιρ κοίταξε ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με τις ίδιες εικόνες που είχε δει και σε άλλα κυπριακά σπίτια, αλλά επιπλέον υπήρχαν κρεμασμένες και καμιά τριανταριά φωτογραφίες. Κάποιες ήταν γαμήλιες, αλλά οι περισσότερες ήταν επίσημα πορτρέτα ενός άντρα, όμορφου, με μουστάκι, που καμάρωνε ντυμένος τη στρατιωτική στολή του.
«Ο πατέρας σου;» ρώτησε η Κλαιρ.
«Ναι» απάντησε ο Αντρέας.
«Του μοιάζεις πολύ…»
«Ετσι λέει πάντα η μάνα μου. Δυστυχώς εγώ δεν τον θυμάμαι».
Η Κλαιρ ήξερε πως ο Αντρέας δεν είχε αδέλφια. Και τώρα έβλεπε πόσο πολύ λάτρευε και κανάκευε το μοναχοπαίδι της αυτή η μητέρα. Ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ άβολα που βρισκόταν εκεί. Δεν ήταν μόνο η νοσταλγία για την πατρίδα της, ένα μέρος όπου ακόμα και αν δεν χιόνιζε ανήμερα τα Χριστούγεννα, υπήρχε τουλάχιστον μεγάλη πιθανότητα παγετού. Ηταν και που αισθανόταν ξένη εδώ, παρείσακτη, ιδίως σε αυτό το σπίτι.
Οσο έτρωγαν δεν μίλησε καθόλου. Στο μεταξύ, είχαν έρθει και κάποιοι άλλοι συγγενείς, ξαδέλφια με τα παιδιά τους, τρεις θείες και δυο πολύ ηλικιωμένοι θείοι. Η Κλαιρ χαμογελούσε οπότε της απηύθυναν τον λόγο, παρόλο που δεν είχε ιδέα τι της έλεγαν, και έπαιρνε ευγενικά κάτι από κάθε πιάτο που της πρόσφεραν -ώσπου δοκίμασε κι ένα αμπελοπούλι που είχε πιαστεί και σκοτωθεί άσπλαχνα στην παρθενική του πτήση. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τον Αντρέα, όμως στο τέλος του γεύματος, όταν είχαν πιει και τις ζιβανίες και ήταν ώρα να φύγουν, η Κλαιρ ήταν εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια να προσποιείται ότι περνούσε καλά. Η κυρία Μαρκίδη την αποχαιρέτησε με μια βιαστική χειραψία.
[…]
«Ποτέ δεν θα με αποδεχτεί η μητέρα σου» του είπε με ύφος παραίτησης. «Είμαι παρείσακτη εδώ – πάντα θα είμαι».
Τώρα έμπαιναν στη Λευκωσία. Η Κλαιρ έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο και παρατήρησε ότι περνούσαν έξω από την ίδια βιτρίνα όπου στεκόταν το πρωί, με τα ψεύτικα δέντρα και το χάρτινο χιόνι.
Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι ο Αντρέας μόλις είχε στρίψει σε ένα δρόμο που απομακρυνόταν από την περιοχή της Λευκωσίας όπου έμενε εκείνη. Μετά από λίγο σταμάτησε το αυτοκίνητο.
«Θέλω να σε πάω κάπου», της είπε.
Περπάτησαν, χωριστά ο ένας από τον άλλο, σε ένα δρόμο φωταγωγημένο με γιορταστικά στολίδια, και στο βάθος η Κλαιρ διέκρινε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εστεκε καταμεσής του πεζοδρομίου και δεν ήταν στολισμένο με λαμπιόνια αλλά με κορδέλες. Οσο πλησίαζαν, η Κλαιρ παρατήρησε κάτι ακόμα πιο παράξενο.
Αντί για χριστουγεννιάτικες μπάλες, τα κλαριά αυτού του δέντρου στόλιζαν φωτογραφίες ασπρόμαυρες, κυρίως αντρών, με κάποιες λέξεις και μία χρονολογία στο κάτω μέρος της φωτογραφίας: 1974.
«Κοίτα» είπε ο Αντρέας. Η λεζάντα της φωτογραφίας που βαστούσε και της έδειχνε έγραφε «Γιώργος Μαρκίδης».
Ηταν ξεθωριασμένη και προφανώς κρεμόταν εκεί πολλά χρόνια.
«Μα γιατί εδώ είναι η φωτογραφία του;»
«Ο πατέρας μου είναι ένας από τους αγνοούμενους» της εξήγησε ο Αντρέας. «Οπως και χίλιοι πεντακόσιοι ακόμα που εξαφανίστηκαν όταν έγινε η τουρκική εισβολή στο νησί. Από τότε έχουν χαθεί τα ίχνη τους. Οι φωτογραφίες κρατούν ακόμα ζωντανή τη μνήμη τους».
Εκείνη την εποχή μόλις είχε γεννηθεί ο Αντρέας και η μητέρα του περίμενε και περίμενε, καρτερώντας κάθε μέρα τον άντρα της να γυρίσει. Κάθε μέρα άναβε ένα κερί στην εκκλησία και προσευχόταν, ενώ ταυτόχρονα πρόσφερε αφειδώς στο μοναχοπαίδι τους όλη την αγάπη που έτρεφε για τον άντρα της.
Η Κλαιρ άγγιξε επιφυλακτικά το μπράτσο του Αντρέα, από φόβο μην αποτραβηχτεί.
«Λυπάμαι πολύ» του είπε. «Επόμενο είναι να τρέμει μη σε χάσει. Το καταλαβαίνω απόλυτα».
Ο Αντρέας την κοίταξε και χαμογέλασε.
«Νομίζω πως δεν θα της πάρει πολύ χρόνο ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι δεν πρόκειται να με πάρεις μακριά της. Αυτό είναι όλο» είπε.
Εμειναν να στέκονται εκεί και να ατενίζουν αυτό το αλλόκοτο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που δεν ήταν εκεί μόνο Δεκέμβρη, αλλά κάθε μέρα του χρόνου, και η λαχτάρα της Κλαιρ για την Αγγλία εξαφανίστηκε στη στιγμή. Εδώ ήθελε να είναι, μακριά από την παγωνιά και τους πάγους, με αυτό το θαλπερό αεράκι γύρω της και με θέα αυτό το αχιόνιστο δέντρο.
«Χρόνια πριν, είχα κληθεί να γράψω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα για μια βρετανική εφημερίδα. Ενδόμυχα βαρυγκωμούσα. Τι να έγραφα; Για τον Άγιο Βασίλη, που ξέχασε το ραντεβού; Τότε θυμήθηκα κάτι. Έχοντας μόλις επισκεφθεί τη Λευκωσία, δεν μπορούσα να απαλλαγώ από το συναισθηματικό αντίκτυπο των “δέντρων των αγνοουμένων”. Εκείνα τα χριστουγεννιάτικα κλαδιά, διακοσμημένα με φωτογραφίες των ελληνοκύπριων αγνοούμενων της τουρκικής εισβολής του ’74, έμοιαζαν να παρωδούν κάθε εορταστικό δέντρο που δέσποζε στα αγγλικά σαλόνια».
Το στιγμιότυπο αυτό, το οποίο εντυπώθηκε στη μνήμη της Victoria Hislop, αξιοποιήθηκε στο «Ένα δέντρο αλλιώτικο», μία από τις δέκα ιστορίες της πρόσφατης συλλογής «Ο τελευταίος χορός» (εκδόσεις Διόπτρα). Η συγγραφέας των μπεστ σέλερ «Το νησί», «Ο γυρισμός» και «Το νήμα», επιλέγει ξανά τη χώρα μας ως αφηγηματική έδρα της πρώτης απόπειράς της στη διηγηματογραφία. Όπως περιγράφει τη διαδικασία και η ίδια, «το διήγημα είναι σαν βουτιά στη θάλασσα χωρίς προστατευτικό κιγκλίδωμα. Δεν έχεις την πολυτέλεια να πλατσουρίσεις στα ρηχά για να δοκιμάσεις τη θερμοκρασία. Απλώς πηδάς. Για το συγγραφέα συνιστά μια πιο αυθόρμητη, ακαριαία εμπειρία. Ελπίζω και για τον αναγνώστη».
Ως η πιο ελληνόφιλη από όλους τους σύγχρονους λογοτέχνες, πώς κατορθώνετε να αγγίζετε το κοινό όλου του κόσμου γράφοντας για μια τόσο μικρή χώρα; Πρόκειται για μια περίπτωση όπου μια σταγόνα νερού συμπυκνώνει τον ωκεανό;
Θα μπορούσε να ισχύσει για την ποίηση κάτι τέτοιο, είναι όμως δύσκολο να βρεθεί τόση δύναμη στην πρόζα. Προτιμώ να σκέφτομαι τις ιστορίες μου σαν φωτογραφικά ενσταντανέ της Ελλάδας. Αν τα τοποθετήσεις σε ένα άλμπουμ, μπορεί να δεις ένα ολοκληρωμένο κάδρο της ανθρώπινης συνθήκης.
Ποιοι διηγηματογράφοι σας εμπνέουν; Η Nicola Barker και η Alice Munro. Το διάστημα αυτό απανθίζω μια συλλογή διηγημάτων γραμμένων από γυναίκες. Πρόκειται να περιέχει περισσότερες από εκατό ιστορίες, εβδομήντα και βάλε συγγραφέων. Χωρίζεται σε τρεις θεματικές: Αγάπη, Γέλιο και Απώλεια, και θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο. Γελάω και κλαίω πολύ και η ίδια, όσο διαβάζω.
Τι ακριβώς είναι το διήγημα «Ένα δέντρο αλλιώτικο»; Μια ανατομία της ελληνοκυπριακής μητριαρχίας; Ένα διακριτικό σχόλιο πάνω στα τοπικά ήθη; Ένα μείγμα των παραπάνω. Η πρωταγωνίστρια είναι μια αουτσάιντερ, σαν εμένα, όποτε επισκέπτομαι τη χώρα. Ερχόμενη αντιμέτωπη με την κτητικότητα της υποψήφιας πεθεράς της, καθώς και με το χαμό των ελληνοκυπρίων το ’74, σοκάρεται. Οι οικογενειακοί δεσμοί στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι πολύ πιο ισχυροί από ό,τι στη Βρετανία. Πρόκειται για ένα θέμα στο οποίο επανέρχομαι συχνά πυκνά.
Δικαιολογείται, όμως, τέτοια προσκόλληση στο παρελθόν; Αμέτρητοι λαοί έχουν υποστεί εθνικές τραγωδίες. Ίσως το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρξε φινάλε, ότι δεν ξέρουμε πού και πώς κατέληξαν οι αγνοούμενοι, στερεί από τους ανθρώπους την αίσθηση του επιλόγου που θα τους επέτρεπε να κοιτάξουν παραπέρα. Κάτι τέτοιο δικαιολογεί όλη την πίκρα και το θυμό του κόσμου. Δεν πιστεύω πως μπορούν όλες οι αντιξοότητες να καταχωνιαστούν στο παρελθόν. Ενίοτε οι επιπτώσεις είναι διαχρονικές, όπως στην περίπτωση της Κύπρου. Μπορεί όμως πάντοτε κανείς να απαγορεύσει στη θλίψη να κάνει κουμάντο στη ζωή του.
Στο διήγημα «Το ζαχαροπλαστείο» υιοθετείτε έναν εντελώς αλλιώτικο τόνο. Εδώ οι χαρακτήρες είναι χαμηλόφωνοι, ενώ τα συναισθήματά τους βροντοφωνάζουν. Ποιος ο στόχος σας; Ήθελα να πλάσω μια ιστορία πολυεπίπεδη, διαστρωματωμένη στο περιβάλλον του ζαχαροπλαστείου σαν μιλ φέιγ! Να αναδείξω τη γλυκύτητα αυτών των χαρακτήρων σε κοντράστ με την υπαρξιακή τους γύμνια. Και μαζί, τη δυσαρέσκεια που σιγοβράζει στον ψυχισμό της μητέρας.
Το διήγημα αυτό είναι σεμινάριο παράθεσης λεπτομερειών. Πώς αποκτήσατε τόσες γνώσεις ζαχαροπλαστικής;
Μία από τις πλέον ευδαιμονικές μου περιόδους πέρυσι στην Κρήτη, διαδραματίστηκε στο εργαστήριο ενός ζαχαροπλαστείου στον Άγιο Νικόλαο. Υπόψιν: χωρίς να παρακολουθώ μονάχα. Σήκωσα τα μανίκια και βοήθησα να φτιαχτούν άφθονα μπισκότα, ζύμες, γκατό, σοκολατάκια και καρβέλια ψωμιού. Επρόκειτο για εντατική εργασία και η ομάδα εργαζόταν σαν καλοεκπαιδευμένο δυναμικό, με τέχνη και αφοσίωση.
Θα χαρακτηρίζατε τη φιλοπεριέργεια σαν το πιο καλλιεργημένο από τα πολυάριθμα χαρίσματά σας; Ίσως, αλλά δεν θα το ονόμαζα «χάρισμα». Όλοι διαθέτουμε περιέργεια, οι πάντες θέλουν να ρωτήσουν πράγματα, να μιλήσουν σε αγνώστους, να μάθουν τι κρύβεται πίσω από τις κλειστές πόρτες. Έχει να κάνει κυρίως με την ένταση του πάθους. Ορισμένοι αδιαφορούν απέναντι σε οτιδήποτε δεν κινείται γύρω από το μικρόκοσμό τους. Εγώ αρέσκομαι να ξεμακραίνω από την προστατευμένη ζώνη. Το θεωρώ απαραίτητο, τόσο για ένα συγγραφέα, όσο και για όποιον επιθυμεί να ζήσει.
Τι γίνεται με τους Κύπριους φίλους σας αυτές τις ημέρες; Ή με τους Βρετανούς με συμφέροντα στην Κύπρο; Είναι όλοι τους αναστατωμένοι. Δεν ξέρω τι να τους συμβουλέψω. Το μόνο παρήγορο είναι ότι ελάχιστοι ανάμεσά τους διαθέτουν καταθέσεις άνω των εκατό χιλιάδων!
Στην μεγαλύτερη έκθεση για τον Τουρισμό στο Λονδίνο, πλάι στην υπουργό Όλγα Κεφαλογιάννη και τον πρέσβη Κώστα Μπίκα, κάθισε ως πρέσβειρα της χώρας μας η συγγραφέας του best seller «Το Νησί». Ποιά είναι η Βικτόρια Χίσλοπ, η γυναίκα την οποία επέλεξε η ελληνική κυβέρνηση να γίνει η πρέσβειρα της χώρας μας στη μεγαλύτερη διοργάνωση για τον παγκόσμιο τουρισμό;
Μπορεί τα lifestyle περιοδικά της Ελλάδας – λίγο πριν εκπνεύσουν- να την κυνήγησαν με λύσσα για συνεντεύξεις και φωτογραφήσεις επιβλητικές, όμως η ίδια, όταν βρίσκεται στην Αθήνα, προτιμά την underground πλευρά της πόλης. Συχνάζει στα μικρά χιπ εστιατόρια στην οδό Βουλής και Νίκης, πίνει καφέ στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, παραγγέλνει μιλώντας σπαστά ελληνικά Η Βικτόρια Χίσλοπ έγινε αίφνης ένα πρόσωπο αναγνωρίσιμο και δημοφιλές στην Ελλάδα χάρη στο best seller βιβλίο της, «Το Νησί». Η αναγνωρισιμότητά της όμως έφτασε στο αποκορύφωμα όταν το Mega αποφάσισε να κάνει τηλεοπτική σειρά το βιβλίο της.
Οι φόροι που πληρώνει στο ελληνικό κράτο και το διαβατήριο
«Αν και δεν είμαι Ελληνίδα, αισθάνομαι Ελληνίδα στην καρδιά», δήλωσε πριν δυο μέρες η Βικτόρια Χίσλοπ σε τουριστικούς και πολιτικούς συντάκτες από ολόκληρο τον κόσμο που συνέρρευσαν στην αίθουσα τύπου της Παγκόσμιας Έκθεσης Τουρισμού στο Λονδίνο. Την ίδια ώρα, δηλαδή, που δίνεται μάχη για να μη χάσει πάλι έδαφος ο τουρισμός, λανσάρεται νέα εκστρατεία προβολής με σύνθημα «Greece, all time classic» και επενδύονται περί 16 εκατομμύρια ευρώ, επελέγη η 53χρονη βρετανίδα συγγραφέας ως πρέσβειρα της χώρας μας. Ως πρόσωπο που μπορεί να γοητεύσει, να πείσει το βρετανικό, αλλά και το
παγκόσμιο κοινό να έρθει και να επισκεφθεί την Ελλάδα. Προφανώς η γκάμα των προσώπων που θα μπορούσαν να έχουν αυτή τη θέση ήταν μεγάλη – από τον πάντα αναγνωρίσιμο και κυρίως τώρα λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων Δημήτρη Παπαϊωάννου, μέχρι τον Κέβιν Σπέισι που λάτρεψε την Ελλάδα και το έδειξε με τα tweets του. Όμως η πρώην δημοσιογράφος, πρώην υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων και νυν συγγραφέας μυθιστορημάτων με μούσα την Ελλάδα ήταν η τελική επιλογή.
Η ίδια έγραψε σχετικά πρόσφατα στην Telegraph πως έχει αγοράσει σπίτι στην Κρήτη, πληρώνει φόρους στο ελληνικό κράτος και είναι πια τόσο γνωστή που δεν χρειάζεται μερικές φορές να δείχνει το διαβατήριό της. Αισθάνεται ευτυχής που δεν ψηφίζει στην Ελλάδα γιατί θα έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε μια σειρά από «εφιαλτικά σενάρια». Τι ξέρουμε όμως για την Βικτώρια Χίσλοπ πέρα από την αγάπη της για την Ελλάδα, την Σπιναλόγκα και το βιβλίο για τη Θεσσαλονίκη που έγραψε εμπνεόμενη από τον Μαρκ Μαζάουερ;
Γεννήθηκε στο Μπρόμλεϊ του Κέντ (όπου και παραμένει η βάση της) ως Βικτόρια Χάμσον. Άλλαξε το επίθετό της όταν παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο, συγγραφέα και εκδότη του Private Eye Ίαν Χίσλοπ τον Απρίλιο του 1988. Σπούδασε Αγγλικά και άρχισε τη σταδιοδρομία της ως δημοσιογράφος, δούλεψε στις δημόσιες σχέσεις και αγάπησε ιδιαίτερα το είδος του ταξιδιωτικού ρεπορτάζ, το οποίο την οδήγησε στην Ελλάδα. Το 2005 εξέδωσε το Το Νησί το οποίο κυκλοφορεί σήμερα σε τουλάχιστον 23 χώρες. Το 2008 εξέδωσε το δεύτερο μυθιστόρημά της με τον τίτλο Η Επιστροφή (The Return), το 2009 παραχώρησε το διήγημά της “Aflame in Athens” για να δημοσιευτεί στο πρόγραμμα “Ox-Tales”, τέσσερις συλλογές διηγημάτων από 38 Βρετανούς δημιουργούς και το 2011 ακολούθησε «Το Νήμα».
Το ηχηρό όχι της Χίσλοπ στον Τζόνι Ντεπ
«Το νησί» παραμένει η μεγάλη της επιτυχία, κάτι που έσπευσε να αξιοποιήσει το Mega. Η ίδια δέχθηκε με χαρά την πρόταση του Mega και πέρασε αρκετούς μήνες στην Κρήτη και στην Σπιναλόγγα για να παρακολουθεί τα γυρίσματα – μάλιστα συμμετείχε σε ένα από αυτά. Προκαλεί έκπληξη βέβαια το γεγονός ότι προηγούμενως είχε αρνηθεί να δώσει τα δικαιώματα του βιβλίου στο Χόλιγουντ για να το κάνει ταινία φοβούμενη για το τελικό αποτέλεσμα – τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται η ίδια. έχει μάλιστα δηλώσει πως δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον Τζόνι Ντεπ πρωταγωνιστή στην ταινία της…
Όπως κι αν είναι το βιβλίο με την ιστορία του νησιού των λεπρών, τη Σπιναλόγγα έγινε μεγάλη επιτυχία και μάλιστα στη Βρετανία έμεινε επί 24 εβδομάδες στην κορυφή των best seller. Όταν άρχισε να πλησιάζει εκδότες κανείς δεν ενδιαφερόταν. «Οι 6 μεγαλύτεροι εκδότες της Βρετανίας το απέρριψαν αμέσως. Το θέμα του ήταν η λέπρα, κάτι όχι και τόσο εμπορικό!» λέει η ίδια. «Είναι από τις περιπτώσεις που δεν μπορείς να πεις “μ’ αρέσει, θα το εκδώσω αυτή τη στιγμή”. Η ιδέα δεν είχε εμφανιστεί ποτέ ξανά. Και οι απαντήσεις κυμαίνονταν στο “καλή και δυνατή ιστορία αλλά δεν με ενδιαφέρει”. Τελικά, μου προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη που άρεσε σε τόσους πολλούς ανθρώπους.»
Το επόμενο δημοφιλές βιβλίο της είναι «Το Νήμα» με επίκεντρο πάλι μια παλιά ιστορία της Ελλάδας: αυτή τη φορά ήταν η Θεσσαλονίκη ο κεντρικός καμβάς της αφήγησης: την ώρα που γεννιέται ο Δημήτρης Κομνηνός, μια πυρκαγιά σαρώνει την ακμάζουσα πολυπολιτισμική μητρόπολη, όπου χριστιανοί, Εβραίοι και μουσουλμάνοι ζουν πλάι-πλάι. Αυτό είναι το πρώτο από μια σειρά καταστροφικών γεγονότων που θα αλλάξουν για πάντα τη φυσιογνωμία της πόλης, καθώς ο πόλεμος, ο φόβος και οι διωγμοί αρχίζουν να διχάζουν τους κατοίκους της. Πέντε χρόνια αργότερα, η νεαρή Κατερίνα διαφεύγει στην Ελλάδα, όταν η πατρίδα της στη Μικρά Ασία ισοπεδώνεται από τα τουρκικά στρατεύματα. Από εκείνη τη μέρα, οι ζωές του Δημήτρη και της Κατερίνας πλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους αλλά και με την ιστορία της ίδιας της Θεσσαλονίκης.
Η Βικτόρια Χίσλοπ προφανώς νοιάζεται για την Ελλάδα και επιθυμεί να διατρανώσει αυτή τη σχέση. Είτε από το Λονδίνο και τα επίσημα πάνελ, είτε με τα βιβλία της, είτε με την αισιοδοξία της ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει, όπως κατεγράφη σε συνέντευξή της στο Έθνος. «Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους Ελληνες;» ρωτά ο δημοσιογράφος για να πάρει την απάντηση: «Ουάου! Δεν ξέρω. Ακούω ότι τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Να μείνουν οπτιμιστές και θα το ξεπεράσουν. Εχετε περάσει πολύ σκληρές καταστάσεις, χειρότερες από την Αγγλία, και στο τέλος θα το ξεπεράσετε. Πρέπει. Είστε πολύ δυνατός λαός.»
Αν και έχει αγγλική υπηκοότητα, έχει πολιτογραφηθεί «Ελληνίδα». Ξεκίνησε και συνεχίζει την καριέρα της ως συγγραφέας αντλώντας έμπνευση από τη χώρα μας.
Μούσα του τελευταίου της βιβλίου «The Last Dance» είναι και πάλι η Ελλάδα. Η Βικτόρια Χίσλοπ μιλά για πρώτη φορά για την πολιτική και οικονομική κατάσταση που βιώνουν οι Ελληνες και στέλνει το δικό της μήνυμα στον «περήφανο ελληνικό λαό».
Είστε ερωτευμένη με την Ελλάδα, αλλά παραμένετε αντικειμενική. Ποια είναι η γνώμη σας για τους Ελληνες;
Νομίζω ότι οι γενικεύσεις είναι πάντα επικίνδυνες όταν αφορούν εκατομμύρια ανθρώπους. Θα έλεγα ότι οι περισσότεροι Ελληνες φίλοι μου δουλεύουν πολύ πιο σκληρά από τους Βρετανούς φίλους μου και με πολύ μικρότερες αμοιβές.
Είμαστε τεμπέληδες και διεφθαρμένοι;
Υπάρχουν δύο βερσιόν του Ελληνα: η καλοκαιρινή και η χειμερινή. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού οι Ελληνες αναγκαστικά είναι πιο χαλαροί. Πιστέψτε με, τη μία μέρα του χρόνου που βγάζει ήλιο στην Αγγλία κανένας δεν πάει στη δουλειά αλλά για ηλιοθεραπεία. Οπότε νομίζω ότι η ταμπέλα «τεμπέλης» προέρχεται από τη ζήλια για τον καιρό σας. Και εμείς θα ήμασταν εξίσου τεμπέληδες αν είχαμε πανέμορφα θερμά καλοκαίρια και καταγάλανες παραλίες. Οσο για τη διαφθορά, υπήρξαν κάποιες θεαματικές περιπτώσεις κρατικής διαφθοράς (η περίφημη «λίστα Λαγκάρντ», το σκάνδαλο Siemens κ.λπ.) που έδωσαν κακή φήμη στην Ελλάδα. Φαίνεται πως δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη, οπότε πώς μπορεί να επέλθει η αλλαγή;
Είναι η Ελλάδα ο αποδιοπομπαίος τράγος της Ευρώπης για τις λανθασμένες κεντρικές αποφάσεις;
Δεν νομίζω ότι η Ελλάδα παίρνει την ευθύνη ακριβώς, αλλά σίγουρα βιώνει το βάρος αυτών των επιλογών μαζί με την Ισπανία.
Στην Αγγλία ποια είναι η κυρίαρχη άποψη για τους Ελληνες; Υπάρχει κατανόηση ή οργή;
Τους τελευταίους μήνες οι άνθρωποι εδώ έχουν γίνει πολύ περισσότερο συμπονετικοί προς τους απλούς Ελληνες που υποφέρουν. Οι απόψεις των Αγγλων επηρεάζονται από τα μίντια και το BBC που έχουν καλύψει εκτενώς και σε μεγάλη κλίμακα και βάθος το πρόβλημα που έχουν δημιουργήσει στην Ελλάδα τα μέτρα λιτότητας.
Οταν επισκέπτεστε τη χώρα μας, διαπιστώνετε ότι είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι όπως όταν μας πρωτογνωρίσατε πριν από την κρίση;
Ναι. Βλέπω τις ίδιες αξίες, όπως καλοσύνη και γενναιοδωρία, όπως και παλιά. Για να είμαι ειλικρινής, πολλές φορές έχουν έρθει σε αμηχανία. Οταν είμαι στην Ελλάδα, δίνω κάθε φορά σκληρή μάχη για να πληρώσω το ποτό ή το γεύμα μου. Στο Λονδίνο οι περισσότεροι προσπαθούν να αποφύγουν να πληρώσουν τον λογαριασμό (αλλιώς θα μοιραστεί μέχρι το τελευταίο σεντ σε ίσα μερίδια), ενώ στην Ελλάδα οι άνθρωποι σκοτώνονται για το ποιος θα κεράσει. Η διαφορά αυτή τα λέει όλα.
Ποια είναι η γνώμη σας σχετικά με τον σύγχρονο πολιτισμό μας; Τα τραγούδια, τα θεατρικά, τα βιβλία, τις ταινίες;
Είμαι ελαφρώς πίσω σε σχέση με τον σύγχρονο πολιτισμό σας, λόγω της γλωσσικής μου ανεπάρκειας. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι έχω παρατηρήσει ένα νέο κύμα τραγουδιών ή θεατρικών που να ασχολούνται με την κρίση. Οταν ήμουν στην Αθήνα πριν από έναν μήνα, άκουσα σε μια πορεία να τραγουδούν ως διαμαρτυρία τραγούδι από τη δεκαετία του 1970. Και αναρωτήθηκα γιατί δεν υπήρχε κάτι πιο σύγχρονο που να εκφράζει τα προβλήματα των καιρών. Οι «τέχνες» έχουν τη δύναμη να αλλάξουν, αλλά αυτήν τη στιγμή (εκτός από ένα γκράφιτι) δεν έχω παρατηρήσει να παίζουν σημαντικό ρόλο. Ισως το κοινό να θέλει αυτήν τη στιγμή από την τέχνη να το κάνει να ξεφεύγει. Αλλά θα ήθελα πολύ να διαψευστώ.
Πιστεύετε ότι η Ελλάδα σήμερα, μεταφορικά μιλώντας, είναι η Σπιναλόγκα της Ευρώπης;
Ναι, νομίζω ότι οι Ελληνες αισθάνονται απομονωμένοι. Η εικόνα της Σπιναλόγκας είναι πολύ ισχυρή και σχετική – αλλά είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι ασθενείς που εξορίστηκαν εκεί είχαν θεραπευτεί και στο τέλος είχαν χάπι εντ. Θα ήθελα πολύ να γράψω κάτι για τη σύγχρονη Ελλάδα – αλλά όχι πριν δω την κατάληξη που θα έχει αυτή η ιστορία, γιατί έχω την αίσθηση ότι είμαστε μόνο στα μισά του δρόμου.
Εχετε αναλάβει πρόθυμα τον ρόλο της πρέσβειρας της Ελλάδας. Είναι ευλογία ή κατάρα;
Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να βοηθήσω την Ελλάδα, τότε είναι σίγουρα μια ευλογία που έχω αυτό τον ρόλο. Και το μόνο που μπορώ να κάνω πραγματικά είναι να επαναλαμβάνω το μήνυμα στη χώρα μου και στις άλλες που επισκέπτομαι για να προωθήσω τα βιβλία μου, ότι πρέπει όλοι να επισκεφθούν την Ελλάδα και ιδιαιτέρως τώρα! Η ομορφιά της δεν έχει επηρεαστεί στο παραμικρό από την πολιτική και οικονομική κρίση.
Πολλοί είναι εξοργισμένοι με τα μέτρα λιτότητας που επιβάλλονται. Ποια είναι η γνώμη σας;
Πρόσφατα παρακολούθησα συνέντευξη της κ. Λαγκάρντ στο BBC στην οποία υποστήριζε πολύ σθεναρά και με βεβαιότητα ότι τα μέτρα λιτότητας θα αποδώσουν. Εγώ θέλω απεγνωσμένα να την πιστέψω, αλλά, όπως κι εγώ έτσι κι εκείνη δεν υφίσταται σε καθημερινή βάση τον πόνο που φέρνουν τα μέτρα. Η θεωρία και η πραγματικότητα απέχουν πολύ.
Ποια είναι η γνώμη σας για τη Χρυσή Αυγή; Τον φανατισμό, τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία που μεγαλώνουν καθημερινά;
Με τίποτα και κάτω από καμία συνθήκη δεν δικαιολογούνται ή «νομιμοποιούνται» ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία. Αλλά η Ιστορία μάς έχει διδάξει ότι τα άσχημα αυτά φαινόμενα αυξάνονται στους δύσκολους καιρούς. Ετσι θα πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή.
Στα βιβλία συνήθως έρχεται η λύτρωση για τους ήρωες. Πιστεύετε ότι στην περίπτωσή μας η Ελλάδα θα έχει ένα χάπι εντ; Θα έρθει η λύτρωση;
Ναι, νομίζω ότι θα έρθει.
Οταν έγραφα το βιβλίο μου «Το νήμα», συνειδητοποίησα ότι οι Ελληνες έχουν υποφέρει πολύ και έχουν περάσει από μια σειρά καταστροφών και δυστυχιών αλλά πάντα τα κατάφερναν.
Ποιο είναι το μήνυμά σας προς τους Ελληνες;
Είστε ένας περήφανος λαός και θα πρέπει να θυμάστε ότι έχετε περάσει πολύ δύσκολους καιρούς στο παρελθόν, αλλά επιβιώσατε και τα καταφέρατε και έτσι θα κάνετε και τώρα. Με άλλα λόγια, μείνετε δυνατοί.
We use cookies on our website to give you the most relevant experience by remembering your preferences and repeat visits. By clicking “Accept All”, you consent to the use of ALL the cookies. However, you may visit "Cookie Settings" to provide a controlled consent.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.