VICTORIA HISLOP: Το προσωπο και το εργο

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ

ΤΗΣ VICTORIA HISLOP ΩΣ ΕΠΙΤΙΜΟΥ ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΡΟΠΗΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΩΣ ΕΠΙΤΙΜΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ

Η Εθνική Εταιρεία των Ελλήνων Λογοτεχνών, αν και αποτελεί ένα από τα παλαιότερα λογοτεχνικά σωματεία της χώρας μας, δεν είχε ανοίξει όσο θα έπρεπε, τις θύρες της και σε ξένους λογοτέχνες. Και αυτό είναι ιδιαίτερα παράξενο, καθότι τα περισσότερα ιδρυτικά της μέλη ανήκαν στην κατ’ εξοχήν κοσμοπολίτικη γενιά του 1930 και, ως γνωστόν, διατηρούσαν στενές πνευματικές και φιλικές σχέσεις με ξένους ομοτέχνους τους. Αρκεί να αναφέρω μερικά ονόματα εντελώς ενδεικτικά: Ηλίας Βενέζης, Μ. Καραγάτσης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Άγγελος Τερζάκης, Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Τάσος Αθανασιάδης. Εξάλλου, η Εταιρεία ήταν οραματισμός ενός διαπρεπούς λογίου με ευρωπαϊκή εμβέλεια, τότε βουλευτή και κατόπιν Προέδρου της Δημοκρατίας, του Κωσταντίνου Τσάτσου.

Συγκεκριμένα, από το 1961, η Εταιρεία εγκαινίασε τον θεσμό των επιτίμων μελών και, με εισήγηση του τότε Προέδρου Στράτη Μυριβήλη, εξέλεξε δύο κορυφαίους ποιητές της εποχής εκείνης, τον Αμερικανό Robert Frost (1874-1963) και τον Άγγλο Sir Stephen Harold Spender (1909-1995), ενώ το 1965, τίμησε και έναν άλλο διαπρεπή εκπρόσωπο του αγγλόφωνου χώρου, τον Cleanth Brooks (1906-1994), φημισμένο συγγραφέα και καθηγητή του Πανεπιστημίου Yale. Θυμίζω επίσης ότι, πριν από δύο χρόνια, αναγορεύθηκε επίτιμο μέλος, στον χώρο αυτόν εδώ, ο Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας των Ιταλών Συγγραφέων Natale Antonio Rossi.

 

 

Σήμερα, είναι μια σημαντική στιγμή για την ιστορία της Εταιρείας μας, καθώς ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της, για πρώτη φορά μια γυναίκα, η εμπνευσμένη από τη χώρα μας μυθιστοριογράφος Victoria Hislop. Και είναι εξαιρετικά σπάνιο το γεγονός ένας ξένος λογοτέχνης να επιλέγει το θεματολόγιό του από τη σύγχρονη Ελλάδα κι όχι από την αρχαία, η οποία αποτελεί αστείρευτη θεματολογική δεξαμενή σε παγκόσμιο επίπεδο. Και ακόμα πιο σπάνιο είναι το γεγονός ότι η συγγραφέας δεν εμπνεύστηκε από τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου, αλλά έστρεψε την προσοχή της σε ένα άκρως περιθωριοποιημένο χώρο, ένα χώρο ταμπού. Η Hislop επέλεξε αυτό το απαιτητικό θεματολόγιο για να συγγράψει, το 2005, ένα μυθιστόρημα, εκτεινόμενο σε 500 σχεδόν σελίδες. Αυτή ακριβώς η επιλογή της την ανάγκασε να διαπλάσει ήρωες ιδιάζουσας φυσιογνωμίας, γεγονός που σίγουρα της δημιούργησε πολλές δυσκολίες, στις οποίες αντεπεξήλθε επιτυχώς, κατορθώνοντας να αποτυπώσει ιδιαίτερα πειστικούς χαρακτήρες, οι οποίοι αποδόθηκαν εξαίρετα από τους ηθοποιούς στο γνωστό σήριαλ.

Το εγχείρημά της κατέστη ακόμη πιο δύσκολο, καθώς η υπόθεση καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό εύρος από τη δεκαετία του ’30 μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Επίσης εγκυβωτίζονται ιστορίες από τη γερμανική κατοχή της Κρήτης, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στη συγγραφέα να πλάσει ακόμη πιο βαθιές τις πτυχώσεις των γυναικείων κατά βάση χαρακτήρων, τριών γενεών. Οι ιστορίες που εκτυλίσσονται στη Σπιναλόγκα,  αντικατοπτρίζονται και στη συνείδηση των κατοίκων της Πλάκας αλλά και στο μακρινό Λονδίνο, γεγονός που ωθεί τον αναγνώστη στην πολυπρισματική πρόσληψη του κειμένου. Διαβάζοντας τις σελίδες του «Νησιού» με το λεπροκομείο, στο νου μου πολλές φορές ανακαλούνται, mutatis mutandis, εικόνες από «Το μαγικό Βουνό» (1924) του Τόμας Μαν (1875-1955). Εκεί βέβαια οι ασθενείς κινούνται σε ένα χώρο πιο οικείο στους Γερμανούς αναγνώστες, σε ένα ελβετικό σανατόριο.

Θα λέγαμε ότι η μεγαλοσύνη της ανθρώπινης ψυχής αποτυπώνεται με μαεστρία μέσα στα κεφάλαια του «Νησιού», τα οποία –παρά τη σπονδυλωτή μορφή τους– προβάλλουν συνθετικά τα μηνύματα –υφέρποντα και διαυγή– της δημιουργού. Επίτηδες χρησιμοποιώ τον χαρακτηρισμό αυτόν, αφού όντως αναδημιουργεί για χάρη μας ένα κόσμο σκοτεινό αλλά συνάμα και φωτεινό, με την τεχνική chiaroscuro, όταν τα φρικτά προσωπεία πέφτουν και εμφανίζονται τα ελπιδοφόρα πρόσωπα του δράματος. Χαρακτηριστικά διαβάζουμε στο τέλος του μυθιστορήματος: «Η κόρη της [η Αλέξις] την είχε κάνει να δει αυτούς τους προγόνους της σαν να ήταν πρόσωπα ενός δράματος. Στο τέλος, δεν διέκρινε ταπείνωση αλλά ηρωισμό, όχι προδοσία αλλά πάθος, όχι λέπρα αλλά αγάπη». Και βέβαια δεν θεωρούμε τυχαίο το γεγονός ότι, μετά την έκδοση του «Νησιού», το 2005, και την αφύπνιση-ευαισθητοποίηση του αναγνωστικού κοινού της Χώρας μας, γράφηκαν έξι βιβλία αναφερόμενα στη Σπιναλόγκα, και άλλα έξι παλαιότερα επανεκδόθηκαν. Συγκεκριμένα, το 2011, κυκλοφορήθηκε το πεζογράφημα της Άννας Γιακουμάκη «Σπιναλόγκα. Η αληθινή ιστορία. Ντοκουμέντο», ενώ εκδόθηκε από τη Μητρόπολη Πέτρας και Χερρονήσου το θεολογικό πόνημα «Σπιναλόγκα το νησί του πόνου, της πίστης και της ελπίδας». Το 2016 εκδόθηκε η μυθιστορηματική βιογραφία του ιερέα του νησιού π. Χρυσάνθου Κατσουλογιαννάκη, με τίτλο «Αγάπησέ με», την οποία συνέγραψε η Μαρία Παστουρματζή. Και πολύ πρόσφατα, το 2023, εκδόθηκε το ομόθεμο αφήγημα για παιδία της Μαρίας Παπαδοπούλου-Μάλαμα, τιτλοφορούμενο «Ο ιερέας της Σπιναλόγκα. Η αληθινή ιστορία του π. Χρυσάνθου». Επίσης για παιδιά είναι και το πρόσφατο θεολογικής σύλληψης πεζογράφημα της Πέγκυς Φούρκα «Αργυρώ η αρχόντισσα της Σπιναλόγκας». Το 2019, εκδόθηκε το ποιητικό δοκίμιο «Σπιναλόγκα. Βωμός και ασκληπιείο» της Μαριάνθης Αλειφεροπούλου-Χαλβατζή, ενώ το ίδιο έτος κυκλοφορήθηκε και ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη, με τίτλο «Απόκοπος ή Σπιναλόγκα». Επίσης αναφέρουμε, ενδεικτικά, και μερικούς τίτλους παλαιότερων πεζογραφημάτων που επανεκδόθηκαν μετά το 2005. Ορισμένα από αυτά τα αναφέρει και η Κέλη Δασκαλά στο μελέτημά της «Η νόσος της λέπρας ως ταυτότητα: από τον Μεσσία–λυτρωτή στον λεπρό αγωνιστή» («Δ΄ Πανευρωπαϊκό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010», Επιμέλεια Κωνσταντίνος Α. Δημάδης, Αθήνα 2011, τόμ. Β΄, σσ. 235-249). Συγκεκριμένα, το 2008, επανακυκλοφόρησε το σύντομο πεζογράφημα (του 1960) της Σούλας Ευσταθιάδου-Τσιλιμάγκου, με τίτλο «Σπιναλόγκα. Μετάνοια και εξιλέωση», και μεταφράστηκε στα ελληνικά το πεζογράφημα (του 1998) «L’isolement» του Jean-Yves Masson. Το 2010 επανεκδόθηκε, σε αυτοτελή τόμο, ένα ρεπορτάζ του Πέτρου Πικρού που είχε δημοσιεύσει, το 1932, στο περιοδικό «Εβδομάς». Το ίδιο έτος κυκλοφορήθηκαν σε ενιαίο τόμο δύο κείμενα: «Η άρρωστη πολιτεία» (του 1914) της Γαλάτειας Καζαντζάκη, και «Το νησί των σημαδεμένων» (του 1933) του Θέμου Κορνάρου.

Η ίδια η Hislop, στο προλογικό της σημείωμα, τονίζει: «Όσον αφορά ειδικά στους Έλληνες αναγνώστες, θεωρώ ότι χρειάστηκε να έρθει ένας “ξένος”, ένας άνθρωπος που δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον τόπο και την πραγματική ιστορία της Σπιναλόγκας, για να δει αυτό το μέρος με έναν καινούργιο τρόπο και να το παρουσιάσει ως έναν τόπο ελπίδας και θάρρους» και θα προσθέταμε εμείς: και να το προβάλει ως ένα λογοτεχνικό σύμβολο ακραίου δυναμισμού και άφθαστης ανθρωπιάς. Η Hislop κατόρθωσε, λόγω της αγάπης της προς την Ελλάδα, να δημιουργήσει ένα επιπλέον ποιητικό σύμβολο, δανεισμένο από τη νησιωτική Ελλάδα. Κοντά στην Ιθάκη του νόστου, του Ομήρου και του Καβάφη, κοντά στα Κύθηρα της ελπίδας, του πόθου και του πόνου, του Baudelaire, του Ουράνη και βέβαια του Watteau,  και δίπλα στην Κρήτη της λεβεντιάς, του Ζορμπά και του Καζαντζάκη, η Hislop δημιούργησε και πρότεινε το δικό της ισάξιο και εύγλωττο σύμβολο.

Και θα θυμίσω κάτι που σήμερα έχει έναν επιπλέον συμβολισμό. Ένα από τα διαπρεπέστερα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας μας και Αντιπρόεδρός της, κατά το διάστημα 1981-1985, ο αγγλικής καταγωγής Γουλιέλμος Άμποτ (1096-2001), είχε δημοσιεύσει, το 1939, το μυθιστόρημα «Γη και νερό», με θέμα ακριβώς τους ιδιότυπους κατοίκους της Σπιναλόγκα. Και ήταν το πρώτο του πεζογράφημα (όπως και «Το νησί» είναι το πρώτο της Hislop). Ωστόσο, σε αντίθεση με «Το νησί», όπου τονίζονται οι διαχρονικές φιλικές σχέσεις που διατηρούνται, αναπτύσσονται και επαυξάνονται ανάμεσα στα δρώντα πρόσωπα, κυρίως θηλυκού γένους, ο Άμποτ, στο δικό του μυθιστόρημα, πρόβαλε συγκρούσεις –ακόμη και πολιτικού χαρακτήρα–  ανάμεσα σε χαρακτηριστικούς τύπους ανδρών της εποχής του μεσοπολέμου. Και μία άλλη σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα είναι το γεγονός ότι ο Άμποτ συνέθεσε το δικό του, ενώ ακόμη λειτουργούσε η Σπιναλόγκα ως λεπροκομείο και έτσι μπορούσε να έχει άμεση εικόνα του χώρου και των προσώπων, ενώ η Hislop αναγκάσθηκε να αναπλάσει όλο το υλικό με τη φαντασία της. Ίσως όμως η χρονική απόσταση που μεσολάβησε συνετέλεσε ώστε συγγραφέας και οι αναγνώστες της να γοητευτούν ακόμη περισσότερο από τον μύθο παρά από την ιστορία, όπως αρμόζει σε ένα αυθεντικό μυθιστόρημα. Πάντως, το 2010, επανεκδόθηκε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Άμποτ. Είναι τυχαίο αυτό το γεγονός ή έχει να κάνει με το γεγονός ότι πέντε χρόνια νωρίτερα (το 2005) η Hislop επανέφερε στο προσκήνιο το συγκεκριμένο θεματολόγιο;

Και κάτι τελευταίο: με τα πρόσφατα βιώματά μας από την πανδημία του Covid και τον εκούσιο ή ακούσιο εγκλεισμό μας σε τέσσερις τοίχους, πόσες φορές δεν θυμηθήκαμε τους εξόριστους στο «Νησί»! Εκείνοι τουλάχιστον μπορούσαν να κινούνται μέσα στα όρια της μικρής κοινωνίας του νησιού, ενώ εμείς ούτε αυτό δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Είναι γνωστό ότι η ιστορία επανέρχεται, και έτσι πάντα διδασκόμαστε από αυτήν και από τις λογοτεχνικές της μεταπλάσεις που μας αγγίζουν ακόμη περισσότερο.

Στην αποψινή, ωστόσο, τελετή κρίναμε σκόπιμο να συνδυάσουμε και την αναγόρευση σε Επίτιμη Πρόεδρο μιας άλλης επιφανούς γυναίκας, της κ. Μερόπης Σπυροπούλου, η οποία εκτός από την επιστημονική της δραστηριότητας ως καθηγήτριας της Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών, διακόνησε και τα γράμματά μας, ενώ επί σειρά ετών συνέβαλε ως Αντιπρόεδρος της Εταιρείας, στην ομαλή λειτουργία της, την προβολή της και την εξωστρέφειά της. Η παρουσία της στην Εταιρεία και στα Διοικητικά της Συμβούλια γινόταν πάντα αισθητή, εξαιτίας του εγκάρδιου χαμόγελού της, το οποίο μας έγινε ακόμη πιο κατανοητό, ύστερα από τη δημοσίευση του σχετικού βιβλίου της. Πολλά είναι τα εγκωμιαστικά σχόλια που προκάλεσε η πλουσιότατη και ποικίλου θεματολογίου συγγραφική της παραγωγή. Καθοριστικά στοιχεία για τη διαμόρφωση της λογοτεχνικής της ταυτότητας υπήρξαν σίγουρα τα βιώματά της κατά τη νεανική της ηλικία στη γενέτειρά της, την Αλεξάνδρεια. Αλλά και η μακρόχρονη κοινή πνευματική πορεία της μαζί με τον αείμνηστο σύζυγό της συνετέλεσε στην διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας της ως προσώπου, όπως αποτυπώνεται στα επιστημονικά και τα λογοτεχνικά έργα της. Από τη νέα υψηλή και σταθερή θέση της, θα μπορεί για πολλά χρόνια να καθοδηγεί και να συμβουλεύει τα μέλη της Εταιρείας και  του εκάστοτε Διοικητικού Συμβουλίου της.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΖΩΡΑΣ

Πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών