Μια πόλη που φαινόταν αλώβητη…

Το πρώτο της ταξίδι οτην Κύπρο, το 1978, τέσοερα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, θυμάται η συγγραφέας Βικτόρια Χίολοπ

( Kathimerini: ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ )

Το αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο ήταν η σπίθα που αναζητούσε η Βικτόρια Χίσλοπ για το νέο της μυθιστόρημα. «Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων».

Το αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο ήταν η σπίθα που αναζητούσε η Βικτόρια Χίσλοπ για το νέο της μυθιστόρημα. «Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων».

Για χρόνια διψούσα να γράψω για την Κύπρο, αλλά πάντα περίμενα ο άνεμος να φυσήξει την κατάλληλη σπίθα. Και έτσι κάνω σήμερα μια αναδρομή, παραμονές της επετείου εκείνων των δραματικών γεγονότων, που μου έδωσαν την έμπνευση για το νέο μου βιβλίο, «Η Ανατολή».

Επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Κύπρο το 1978, όχι πολύ καιρό μετά την εισβολή. Ηταν το καλοκαίρι πριν ξεκινήσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο και αναζητώντας την περιπέτεια απάντησα θετικά στην πρόσκληση μιας μικρής αγγελίας για ένα ταξίδι οδικώς στην Κύπρο. Εδεσα τη βαλίτσα μου στη σχάρα ενός θορυβώδους βαν και στοιβάχτηκα κι εγώ εκεί μέσα, μαζί με εννέα αγνώστους.

Αυτό το ετερόκλητο μπούγιο των ανθρώπων, στριμωγμένοι όλοι μας μέσα σε ένα φορτηγάκι που δεν είχε ούτε κλιματισμό ούτε αναρτήσεις, ταξίδεψε νύχτα και μέρα, διασχίζοντας το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, ώσπου μπήκαμε στην Τουρκία.

Οσο μπαίναμε βαθύτερα στην Ανατολία, τόσο πιο μαγευτικά γίνονταν τα τοπία. Για πρώτη φορά το μάτι μου πήρε φευγαλέα εικόνες από απέραντα λιβάδια γεμάτα ηλίανθους και γυναίκες να φορούν μπούργκα. Ηταν η πρώτη μου φορά που άκουσα μουεζίνη και, ασύγκριτα και αναμφίβολα, ήταν η πρώτη φορά που έζησα τόσο πολλή και έντονη ζέστη. Ηταν Ιούλιος, και ώσπου να φτάσουμε στη Μερσίνη, απ’ όπου επρόκειτο να πάρουμε το καράβι για να καταλήξουμε στην Κύπρο, ήμουν άρρωστη από την αφυδάτωση και την ηλίαση. Οταν φτάσαμε, δεν μας σφράγισαν τα διαβατήρια, παρά μας έδωσαν μια προσωρινή βίζα, και μας είπαν ότι αν μας έβαζαν σφραγίδα μπορεί να αποτελούσε εμπόδιο για μελλοντικές μας επισκέψεις στην Ελλάδα. Συνειδητοποίησα πόσο αφελής ήμουν να ριχτώ χωρίς σκέψη σε ένα ταξίδι με προορισμό ένα νησί, που μόλις είχε βγει από έναν πόλεμο.

Ταξιδέψαμε πολύ στο βόρειο κομμάτι του νησιού, αλλά δεν επιτρεπόταν να περάσουμε στο νότιο. Φέρνω στον νου μου πόσα κτίρια ήταν γεμάτα πληγές από σφαίρες, ενώ πολλά άλλα κείτονταν σε ερείπια. Πήγαμε στο Μπελαπάις, στο βενετσιάνικο λιμάνι στην Κηρύνεια και στην αρχαία ελληνική πόλη της Σαλαμίνας. Υπήρχε και μια πόλη που τη βλέπαμε από μακριά, αλλά δεν μας πήγαν εκεί. Φαινόταν αλώβητη, μεγάλη και μυστηριώδης. Παντού στους δρόμους έβλεπες τζιπ με επιβλητικούς Τούρκους φαντάρους, που έδιναν την αίσθηση άτακτου στρατού.

Εν τω μεταξύ, είχα πιάσει φιλίες με τον γιο του διευθυντή ενός ξενοδοχείου κι εξακολουθώ ακόμη να έχω τη φωτογραφία του. Υπήρχε μια ευδιάκριτη διαφορά ανάμεσα σε αυτό το ευγενικό παλικάρι, που ήταν Τουρκοκύπριος, και τους Τούρκους στρατιώτες.

Αμμόχωστος, το μνημείο της ερήμωσης

Πέρασαν κάμποσα χρόνια. Η έκδοση των τριών πρώτων βιβλίων μου στα ελληνικά με έφερε και στο νότιο κομμάτι του νησιού κι έκανα πολλούς Ελληνοκύπριους φίλους. Από το ξενοδοχείο όπου έμενα, στη χωρισμένη στα δύο πόλη της Λευκωσίας, έβλεπα σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων μια τεράστια τουρκική σημαία, χαραγμένη πάνω σε μια βουνοπλαγιά στα βόρεια της πόλης.
Ενα απόγευμα, βρέθηκα σε ένα δρόμο όπου είδα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αντί για στολίδια, πάνω του κρέμονταν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ανθρώπων που εξακολουθούσαν να παραμένουν αγνοούμενοι τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την εισβολή. Οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες τρεμόπαιζαν στο ελαφρύ αεράκι.

Γνώρισα πολλούς ανθρώπους που είχαν βιώσει έναν αδιανόητο πόνο, εξαιτίας του πολέμου. Εμαθα για τις σφαγές, για τον εκτοπισμό σχεδόν διακοσίων πενήντα χιλιάδων Ελληνοκυπρίων, για την εξαφάνιση περισσότερων των χιλίων πεντακοσίων ανθρώπων, για την καταστροφή εκκλησιών και χωριών.

Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι οι άνθρωποι της τουρκοκυπριακής κοινότητας είχαν και αυτοί τις δικές τους ιστορίες πόνου και δυστυχίας να διηγηθούν. Αυτήν την πλευρά δεν την είχα μάθει ούτε από τους νικητές στρατιώτες που είχα συναντήσει το 1978 ούτε από τους Ελληνοκυπρίους που είχα γνωρίσει.

Συνειδητοποίησα πως αν επρόκειτο ποτέ να γράψω ένα μυθιστόρημα για την Κύπρο, θα έπρεπε να εξετάσω την ιστορία από όλες της τις οπτικές γωνίες. Κάπως έτσι έφτασα να επισκεφθώ εκείνο το μουσείο στη Λευκωσία, με το όνομα «Μουσείο Βαρβαρότητας», και τους ομαδικούς τάφους των Τουρκοκυπρίων που σφαγιάστηκαν στη Μαράθα.

Από τη δεκαετία του ’50

Πίστευα ότι το χρονικό σημείο που ξέσπασε η κυπριακή τραγωδία ήταν η 20ή Ιουλίου, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στο νησί, αλλά στην πραγματικότητα η ιστορία ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, όταν οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονταν σε σύγκρουση ακόμη και αναμεταξύ τους, εξαιτίας του ζητήματος της ένωσης με την Ελλάδα.

Μια επίσκεψή μου, το 2012, στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει την Αμμόχωστο, ήταν η σπίθα που αναζητούσα. Θυμήθηκα τότε που είχα δει τη μυστηριώδη πόλη από μακριά. Είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις μια τόσο μεγάλη πόλη με τα δέντρα και τους θάμνους να έχουν τρυπήσει την άσφαλτο και να στέκουν εκεί, καταμεσής των δρόμων. Τώρα ήμουν κοντά, ατένιζα τα έρημα κτίρια, κοιτούσα τα έρημα παράθυρα, ένιωθα κάτι το απόκοσμο στην πόλη, κάτι που σου προκαλούσε δέος. Ηταν σχεδόν αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι σαράντα χιλιάδες άνθρωποι είχαν φύγει και δεν τους είχε επιτραπεί ποτέ να επιστρέψουν.

Η Αμμόχωστος είναι ένα μνημείο που καταδεικνύει την τρομερή ερήμωση που άφησε πίσω της αυτή η σύγκρουση.

Δεν υπήρξαν νικητές στα γεγονότα του 1974. Ηταν μια συμφορά, για ολόκληρη την Κύπρο.

Διάβασα πράγματα που γράφτηκαν και από τις δύο πλευρές, μίλησα σε ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, και μελέτησα τις αναφορές από τα Ηνωμένα Εθνη, στην προσπάθειά μου να είμαι αντικειμενική.

Ανδρική υπόθεση

Καθώς διάβαζα γι’ αυτή τη σύγκρουση και πώς έφτασε να συμβεί, ποιος πήρε τις αποφάσεις και ποιος άνοιξε τον δρόμο, αποκόμισα την αίσθηση πως επρόκειτο για μια τελείως ανδρική υπόθεση. Οι γυναίκες έμειναν στο περιθώριο, μαζεύοντας πράγματα βιαστικά, φεύγοντας όπως όπως, ψάχνοντας για χαμένους συζύγους και γιους, θρηνώντας για ό,τι είχε χαθεί. Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες που αποτυπώνουν τον ανθρώπινο πόνο, και οι περισσότερες απ’ αυτές απεικονίζουν γυναίκες και παιδιά να ζουν ως πρόσφυγες για να γλιτώσουν από την αντάρα του πολέμου, ή να κρατούν φωτογραφίες κάποιου αγαπημένου τους που κατέληξε αγνοούμενος. Σε αυτές τις φωτογραφίες, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι Ελληνοκύπριος και ποιος Τουρκοκύπριος.

Οσον αφορά τους ανθρώπους της Κύπρου, δεν έχω γνωρίσει κανέναν που να είναι κερδισμένος. Είδαν το νησί τους, που είναι πανέμορφο, εύφορο και πλούσιο σε ιστορία, να χωρίζεται στα δύο. Ο κάθε Κύπριος έχασε και από κάτι, πολλοί απ’ αυτούς έχασαν τα πάντα. Τώρα που γράφω, συνεχίζει να υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί εντελώς, κι αυτό είναι η ελπίδα. Πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αμμόχωστος κάποια μέρα θα ξαναγίνει μια ζωντανή πόλη. Ελπίζω η υπομονή τους να ανταμειφθεί.

​​hislopΗ κ. Βικτόρια Χίσλοπ έχει γράψει τρία μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων. Το τέταρτο μυθιστόρημά της έχει τον τίτλο «H Ανατολή», διαδραματίζεται στην Κύπρο κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής και θα κυκλοφορήσει στις 22 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ.