«Η Ελλάδα είναι για μένα πηγή έμπνευσης, είναι η μούσα μου»

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ
Το «Νησί» έκανε τη Βρετανίδα συγγραφέα Βικτόρια Χίσλοπ «θεά» για τους Κρητικούς και για όλους τους Ελληνες. Και δεν ήταν μόνον το σίριαλ, αφού το πρώτο της μυθιστόρημα είχε αρχίσει να πουλάει τρελά προτού περάσει στην τηλεόραση. Μετά τον «Γυρισμό», μας άφησε για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, κι εκεί που είχαμε μελαγχολήσει, το χαμόγελο ξαναβρέθηκε στα χείλη μας.

Το τρίτο μυθιστόρημά της, «Το νήμα» (όλα τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα), είναι η ιστορία του Ελληνισμού ως τραγωδία, από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, το 1917. Αφού περάσει από την ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σταματάει στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Το μεταπολεμικό δράμα του Εμφυλίου και της δικτατορίας συνεχίζει να έχει το χρώμα του μελανού, ενώ πέφτει κάποιο φως, όταν η δημοκρατία γίνει πράξη το ’74, με τις πρώτες εκλογές. Οι δύο ενενηντάρηδες αφηγητές, ο Θεσσαλονικιός Δημήτρης και η Σμυρνιά Κατερίνα, είναι τέκνα δύο καταστροφικών πυρκαγιών και δύο μεγάλων εκτοπισμών. Η ιστορία τους, πρώτα ερωτική, αφού είναι τα χρόνια της γνωριμίας και της ένωσής τους που δεν θ’ αργήσει να έρθει, απεικονίζει όλη την Ιστορία της Ελλάδας για περίπου έναν αιώνα.

– Οι τίτλοι και στα τρία μυθιστορήματά σας είναι μία λέξη: «Το νησί», «Ο γυρισμός», «Το νήμα». Θέλετε να έχουν αμεσότητα στον υποψήφιο αναγνώστη;

«Ολοι οι τίτλοι των βιβλίων μου κινούνται σε δύο επίπεδα ανάγνωσης: στο συμβολικό και στο πραγματικό».

– Γιατί επιμένετε η μυθοπλασία σας να βασίζεται στα μεγάλα γεγονότα της ελληνικής Ιστορίας;

«Η Ελλάδα έχει πολλές και ενδιαφέρουσες ιστορίες. Εγώ, με τη ματιά του παρατηρητή, βλέπω ότι στην Ελλάδα υπάρχει δράμα, κάτι που δεν συναντώ στην Αγγλία. Ετσι, είναι πηγή έμπνευσης για μένα, είναι η μούσα μου».

– Η Αγγλία δεν έχει δράμα;

«Να σας το πω διαφορετικά, με την απόσταση μιας Αγγλίδας. Οι Ελληνες είστε διαφορετικοί από τους Αγγλους και το διαπιστώνω, όταν βρίσκομαι, για παράδειγμα, σ’ ένα καφενείο. Δεν ησυχάζετε ποτέ, δεν είστε ήρεμοι, όπως στην Αγγλία. Διαρκώς κάνετε φασαρία. Να, όταν μιλάτε για ποδόσφαιρο, τότε φαίνεται πόσο μεγάλο πάθος διαθέτει η χώρα σας».

– Ομως, και οι Αγγλοι δεν παθιάζονται με το ποδόσφαιρο, δεν έχετε φανατικούς φιλάθλους; Κάποτε χρειάστηκε να αντιμετωπίσετε το φαινόμενο του χουλιγκανισμού. Και η Αγγλία έχει το δράμα της. Δεν είναι έτσι;

«Ναι, ναι σωστό. Εχει δράμα, αλλά νομίζω ότι δεν είναι καθημερινή υπόθεση. Στην Ελλάδα, το δράμα είναι καθημερινό».

– Είναι στο δρόμο;

«Ναι, ναι. Ετσι, είναι. Ισως έχουμε ιστορίες στην Αγγλία, όχι όμως τόσο πολλές όσες διαδραματίζονται στον ελληνικό 19ο και 20ό αιώνα. Η ανταλλαγή των πληθυσμών, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήταν μεγάλη υπόθεση».

– Ο σημερινός Ελληνας εξακολουθεί να βιώνει την τραγωδία με τον τρόπο των αρχαίων τραγικών;

«Δεν μπορώ να μιλήσω για την αρχαία Ελλάδα, γιατί δεν τη γνωρίζω καλά. Ετσι, δεν μπορώ να φτιάξω χαρακτήρες με αρχαιοελληνικά υλικά, ενώ, αντιθέτως, μου είναι ευκολότερο να μιλήσω για τα ελληνικά γεγονότα του 20ού και του 21ου αιώνα. Η γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, γεννήθηκε το 1896. Γι’ αυτόν τον λόγο, μπορώ να φανταστώ χαρακτήρες που γεννήθηκαν τη χρονιά που ήρθε στον κόσμο η γιαγιά μου».

– Εχετε παραδεχθεί ότι σας έχει επηρεάσει στον τρόπο γραφής σας η Σαρλότ Μπροντέ, με την «Τζέιν Εϊρ» της; Τι θα λέγατε για την Τζέιν Οστιν;

«Δεν μου αρέσει η Τζέιν Οστιν, γιατί το γράψιμό της είναι ευγενικό και υπό έλεγχο. Αν έπρεπε να προτιμήσω μία από τις δύο, θα διάλεγα και πάλι τη Σαρλότ Μπροντέ. Στα μυθιστορήματά της, ο τόπος της είναι το σπίτι, που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Επιδρά επάνω στον αναγνώστη όπως ένας καθρέφτης. Μ’ αρέσει, μ’ αρέσει πολύ».

– Το τελευταίο μυθιστόρημά σας είναι για την ελληνική Ιστορία του 20ού αιώνα, αφού αρχίζει το 1922 και φτάνει μέχρι την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα; Επιμένετε στην κλασική γραφή, με αρχή, μέση και τέλος, και δεν τολμάτε να πειραματιστείτε;

«Δίνω φωνή στους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους, στην Κατερίνα και στον Δημήτρη, οι οποίοι είναι οι αφηγητές. Εχουν γίνει παππούς και γιαγιά, είναι πλέον και οι δύο ενενηντάρηδες. Λένε την προσωπική τους ιστορία, το έτος 2007. Τη μεταδίδουν στον εγγονό τους, σε παλιομοδίτικο στιλ, γι’ αυτό και δεν υπάρχει πουθενά σεξ. Δεν ξέρω γιατί γράφω έτσι. Παντελώς απουσιάζει η αφηγηματική φωνή ενός τινέιτζερ. Ισως θα ήθελα να είμαι μια γυναίκα ενενήντα ετών, γιατί αυτή είναι ηλικία που σου δημιουργείται η επιθυμία να αφηγηθείς την προσωπική σου ιστορία κατευθείαν στο νέο άνθρωπο».

– Η τηλεόραση είναι η κύρια υπεύθυνη για την καταστροφή της σχέσης του αφηγητή παππού και της αφηγήτριας γιαγιάς με τα εγγόνια τους;

«Ναι, ναι. Εχω δύο νέα παιδιά, τα οποία σας εξομολογούμαι ότι δεν είναι υπομονετικά. Δεν θέλουν να καθίσουν να φάνε και να μιλήσουν μαζί μου. Θέλουν να πάνε στην τηλεόραση και στον υπολογιστή τους. Τα παλιά χρόνια, αυτό νομίζω ότι συνέβαινε και στην Ελλάδα, το φαγητό ήταν για ώρες, όχι μόνο για μισή ώρα και τέλος… Δεν μιλάμε πια αργά, βιαζόμαστε… Τώρα, όλα είναι γρήγορα…».

– Επομένως, βγαίνει ένα αβίαστο συμπέρασμα ότι το καινούργιο σας βιβλίο δεν απευθύνεται σε αναγνώστες που βιάζονται να το τελειώσουν;

«Ναι, ναι, ακριβώς».

– Πόσα χρόνια χρειαστήκατε για να το ολοκληρώσετε;

«Τρία. Το ξεκίνησα στην Κρήτη, το 2008, όταν είχαν αρχίσει τα γυρίσματα του σίριαλ για το «Νησί». Εγραψα λίγες σελίδες στη Θεσσαλονίκη, όμως οι πολλές τελείωσαν σε μία βιβλιοθήκη, στο Λονδίνο, όπου και ολοκλήρωσα το «Νήμα». Ηταν πολύ ενδιαφέρον να διαβάσω την ιστορία της Θεσσαλονίκης, όταν βρισκόταν υπό κατοχή από τους Γερμανούς».

– Τι καταλάβατε για τη Θεσσαλονίκη, εσείς, μία «ξένη»;

«Επρόκειτο για μία πολυπολιτισμική πόλη, ένα μωσαϊκό με έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση. Εν τούτοις, ζούσαν όλοι ειρηνικά. Μέσα σε είκοσι χρόνια, από το 1923 ώς το 1943, όλα άλλαξαν, όταν έφυγαν οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι. Στην αρχή, ήθελα να γράψω μόνον για την ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτό εμφανίστηκε μπροστά μου ως δρόμος, κι αυτόν τον δρόμο έπρεπε να τον ακολουθήσω ώς το πέρας του».

– Στο «Νήμα» η Θεσσαλονίκη της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917 συναντάει τον εκτοπισμό των Ελλήνων, με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Αλήθεια, εσείς πιστεύετε ότι η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν τραγωδία;

«Ναι, ναι. Κατά τη γνώμη μου ήταν απίστευτη τραγωδία. Οταν πας στη Σμύρνη, δεν υπάρχει η ιστορία της, είναι πλέον μία άσχημη και μοντέρνα πόλη. Κι όλα τα πράγματα που γίνονται εκεί, είναι σαν μην έχουν γίνει ποτέ. Κάποια κτίρια έχουν μείνει κατεστραμμένα από την πυρκαγιά του 1922. Οταν πηγαίνω εκεί, αισθάνομαι σαν να είμαι ένας αρχαιολόγος που έχει πολλά κομμάτια από έναν αρχαίο πίθο λαδιού και πρέπει να τα ενώσει. Πώς είναι έξω σήμερα; Εχει πολλή ησυχία».

– Εχουμε πρόβλημα, δεν έχουμε χρήματα. Τι έχετε να πείτε για την κρίση που έχει χτυπήσει, όχι μόνον την Ελλάδα, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη;

«Δύο εβδομάδες πριν, η Ελλάδα βρισκόταν στο κέντρο της ειδησεογραφίας μας, όταν ο Παπανδρέου αποφάσισε να πάει σε δημοψήφισμα. Τότε αναρωτηθήκαμε: τι γίνεται στην Ελλάδα; Τρελαθήκαμε, γιατί νομίσαμε ότι θα φύγετε από το ευρώ και θα γυρίσετε στη δραχμή. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, το ευρώ δεν ήταν καλή ιδέα να το έχουν διαφορετικές χώρες. Δεν θα ξεχάσω, όταν επί κυβέρνησης Τόνι Μπλερ, είχε συζητηθεί να γίνει δημοψήφισμα για το αν θα πάμε στο ευρώ. Τελικώς, οι πολιτικοί αποφάσισαν να μείνουμε στη λίρα. Ελπίζω ότι ο Παπαδήμος θα είναι καλή λύση, αν θα έχει απαντήσεις στα προβλήματα. Να είστε όλοι μαζί σαν μία ομάδα, να μην είστε χωρισμένοι σε Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και ΑΕΚ». *